Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
kireç
🔉
ασβέστης (ο)
🔉
kireç fabrikası
🔉
εργοστάσιο ασβέστη (το)
🔉
kireç kaymağı
🔉
πολτός ασβέστη (ο)
🔉
kireç kuyusu
🔉
λάκκος ασβέστη (ο)
🔉
kireç ocağı
🔉
ασβεστοκάμινος (ο)
🔉
kireç suyu
🔉
ασβεστόνερο (το)
🔉
kireç taşı
🔉
ασβεστόλιθος (ο)
🔉
kireççi
🔉
ασβεστάς (ο)
🔉
kireççil
🔉
ασβεστωμένος
🔉
kireççilik
🔉
ασβεστοποιία (η)
🔉
ασβεστοκαμίνι (το)
🔉
kirecimsi
🔉
ασβεστωπός
🔉
kireçleme
🔉
ασβέστωμα (το)
🔉
ασβέστωση (η)
🔉
kireçlemek
🔉
ασβεστώνω
🔉
kireçlenme
🔉
ασβεστοποίηση (η)
🔉
ασβέστωση (η)
🔉
kireçlenmek
🔉
ασβεστοποιούμαι
🔉
ασβεστώνομαι
🔉
kireçleşme
🔉
ασβεστοποίηση (η)
🔉
kireçleşmek
🔉
ασβεστοποιούμαι
🔉
kireçli
🔉
ασβεστούχος
🔉
ασβεστωμένος
🔉
kireçlik
🔉
ασβεστοκάμινος (ο)
🔉
ασβεστοποιείο (το)
🔉
kireçlilik
🔉
ασβεστοπεριεκτικότητα (η)
🔉
kireçsi
🔉
ασβεστώδης
🔉
kireçsileme
🔉
ασβέστωμα (το)
🔉
kireçsilemek
🔉
ασβεστώνω
🔉
kireçsiz
🔉
χωρίς ασβέστη
🔉
μη ασβεστούχος
🔉
kireçsizlenme
🔉
αποασβέστωση (η)
🔉
kireçsizleştirme
🔉
αποασβέστωση (η)
🔉
kireçsizleştirmek
🔉
αποασβεστώνω
🔉
kireçsütü
🔉
γάλα ασβέστη (το)
🔉
kireçyeren
🔉
ασβεστολιθικός σχηματισμός (ο)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱