Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
kiriş 🔉  

δοκός (η) 🔉  
δοκάρι (το) 🔉  
χορδή (η) 🔉  
kirişçi 🔉  

δοκαράς (ο) 🔉  
χορδιστής (ο) 🔉  
kirişçilik 🔉  

δοκαράδικο επάγγελμα (το) 🔉  
χορδιστική (η) 🔉  
kirişhane 🔉  

εργαστήριο χορδών (το) 🔉  
kirişleme 🔉  

δοκάρωμα (το) 🔉  
τοποθέτηση δοκών (η) 🔉  
kirişlemek 🔉  

δοκώνω 🔉  
τοποθετώ δοκούς 🔉  
kirişli 🔉  

δοκωτός 🔉  
με δοκούς 🔉  
με χορδές 🔉  
kirişlik 🔉  

δοκάρι (το) 🔉  
ξυλεία για δοκούς (η) 🔉  
kirişsiz 🔉  

άδοκος 🔉  
χωρίς δοκούς 🔉  
χωρίς χορδές 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱