Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
koku
🔉
οσμή (η)
🔉
άρωμα (το)
🔉
koku alma duyusu
🔉
όσφρηση (η)
🔉
koku alma organı
🔉
οσφρητικό όργανο (το)
🔉
koku tedavisi
🔉
αρωματοθεραπεία (η)
🔉
kokucu
🔉
οσφραντικός
🔉
kokuculuk
🔉
οσφρητική ικανότητα (η)
🔉
kokulandırma
🔉
αρωματισμός (ο)
🔉
kokulandırmak
🔉
αρωματίζω
🔉
ευωδιάζω
🔉
kokulanma
🔉
αρωματισμός (ο)
🔉
kokulanmak
🔉
αρωματίζομαι
🔉
ευωδιάζω
🔉
kokulu
🔉
αρωματικός
🔉
ευωδιαστός
🔉
kokulu çayır otu
🔉
αρωματικό αγρωστώδες (το)
🔉
kokulu kiraz
🔉
αρωματικό κεράσι (το)
🔉
kokulu sabun
🔉
αρωματικό σαπούνι (το)
🔉
kokurdan
🔉
οσφραντικός
🔉
kokuş
🔉
δυσοσμία (η)
🔉
kokuşma
🔉
σήψη (η)
🔉
δυσοσμία (η)
🔉
kokuşmak
🔉
σαπίζω
🔉
βρομώ
🔉
kokuşturma
🔉
πρόκληση δυσοσμίας (η)
🔉
σήψη (η)
🔉
kokuşturmak
🔉
κάνω να σαπίσει
🔉
κάνω να βρομάει
🔉
kokuşuk
🔉
σάπιος
🔉
δύσοσμος
🔉
kokusuz
🔉
άοσμος
🔉
kokusuzluk
🔉
αοσμία (η)
🔉
kokutma
🔉
πρόκληση οσμής (η)
🔉
kokutmak
🔉
κάνω να μυρίσει
🔉
προκαλώ οσμή
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱