Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
kolon
🔉
κόλον (το)
🔉
koloni
🔉
αποικία (η)
🔉
κολόνια (η)
🔉
kolonya
🔉
κολόνια (η)
🔉
kolonyal
🔉
αποικιακός
🔉
kolonyal şapka
🔉
αποικιακό καπέλο (το)
🔉
kolonyalama
🔉
άρωμα με κολόνια (το)
🔉
kolonyalamak
🔉
βάζω κολόνια
🔉
αρωματίζω με κολόνια
🔉
kolonyalanma
🔉
άρωμα με κολόνια (το)
🔉
kolonyalanmak
🔉
βάζω κολόνια
🔉
αρωματίζομαι με κολόνια
🔉
kolonyalist
🔉
αποικιοκράτης (ο)
🔉
αποικιοκράτισσα (η)
🔉
kolonyalizm
🔉
αποικιοκρατία (η)
🔉
kolonyalı
🔉
με κολόνια
🔉
kolonyalı mendil
🔉
μαντηλάκι με κολόνια (το)
🔉
kolonyasız
🔉
χωρίς κολόνια
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱