Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
koltuk
🔉
πολυθρόνα (η)
🔉
κάθισμα (το)
🔉
αξίωμα (το)
🔉
koltuk altı
🔉
μασχάλη (η)
🔉
koltuk değneği
🔉
πατερίτσα (η)
🔉
koltuk düşkünlüğü
🔉
αξιωματολαγνεία (η)
🔉
koltuk düşkünü
🔉
αξιωματολάγνος
🔉
koltuk gözü
🔉
θήκη καθίσματος (η)
🔉
koltuk kapısı
🔉
πόρτα καθίσματος (η)
🔉
koltuk kavgası
🔉
διαμάχη για αξίωμα (η)
🔉
koltuk meyhanesi
🔉
ταβέρνα με καθίσματα (η)
🔉
koltuk takımı
🔉
σετ σαλονιού (το)
🔉
koltukbaşı
🔉
επικεφαλής καθισμάτων (ο)
🔉
koltukçu
🔉
ταπετσέρης (ο)
🔉
koltukçuluk
🔉
ταπετσαρία (η)
🔉
επάγγελμα ταπετσέρη (το)
🔉
koltuklama
🔉
τοποθέτηση σε κάθισμα (η)
🔉
koltuklamak
🔉
βάζω σε κάθισμα
🔉
διορίζω
🔉
koltuklanma
🔉
τοποθέτηση σε κάθισμα (η)
🔉
διορισμός (ο)
🔉
koltuklanmak
🔉
τοποθετούμαι σε κάθισμα
🔉
διορίζομαι
🔉
koltuklu
🔉
με μπράτσα
🔉
με καθίσματα
🔉
koltukluk
🔉
ύφασμα ταπετσαρίας (το)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱