Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
kor
🔉
χόβολη (η)
🔉
πυρακτωμένο κάρβουνο (το)
🔉
θράκα (η)
🔉
kör
🔉
τυφλός
🔉
αμβλύς
🔉
αδιέξοδος
🔉
κλειστός
🔉
kör alan
🔉
τυφλή ζώνη (η)
🔉
νεκρή ζώνη (η)
🔉
kör baca
🔉
τυφλή καπνοδόχος (η)
🔉
kör bağırsak
🔉
τυφλό έντερο (το)
🔉
kör boğaz
🔉
αδιέξοδο (το)
🔉
kör çapa
🔉
τυφλή τσάπα (η)
🔉
kör dövüşü
🔉
τυφλή συμπλοκή (η)
🔉
kör duman
🔉
πυκνός καπνός (ο)
🔉
kör fare
🔉
τυφλοπόντικας (ο)
🔉
kör faregiller
🔉
τυφλοποντικίδες (οι)
🔉
kör hat
🔉
τυφλή γραμμή (η)
🔉
kör kadı
🔉
τυφλός καδής (ο)
🔉
kör kandil
🔉
τυφλό λυχνάρι (το)
🔉
kör karanlık
🔉
πηχτό σκοτάδι (το)
🔉
kör kaya
🔉
τυφλός βράχος (ο)
🔉
kör köstebek
🔉
τυφλοπόντικας (ο)
🔉
kör kurşun
🔉
αδέσποτη σφαίρα (η)
🔉
kör kuyu
🔉
τυφλό πηγάδι (το)
🔉
kör nişancı
🔉
κακός σκοπευτής (ο)
🔉
kör nişancılık
🔉
κακή σκοποβολή (η)
🔉
kör nokta
🔉
τυφλό σημείο (το)
🔉
kör ocak
🔉
σβηστή εστία (η)
🔉
kör şans
🔉
τυφλή τύχη (η)
🔉
kör şeytan
🔉
τυφλός διάβολος (ο)
🔉
kör sıçan
🔉
τυφλοπόντικας (ο)
🔉
kör talih
🔉
τυφλή μοίρα (η)
🔉
kör tapa
🔉
τυφλή τάπα (η)
🔉
kör topal
🔉
κουτσός και τυφλός
🔉
kör uçuş
🔉
πτήση χωρίς ορατότητα (η)
🔉
πτήση με όργανα (η)
🔉
kör yılan
🔉
τυφλόφιδο (το)
🔉
kör yılangiller
🔉
τυφλοφίδες (οι)
🔉
körağaç
🔉
φτελιά (η)
🔉
korakor
🔉
σώμα με σώμα
🔉
κατά μέτωπο
🔉
koral
🔉
κοράλλι (το)
🔉
koramiral
🔉
υποναύαρχος (ο)
🔉
koramirallik
🔉
βαθμός υποναυάρχου (ο)
🔉
αξίωμα υποναυάρχου (το)
🔉
körcesine
🔉
στα τυφλά
🔉
kordalılar
🔉
χορδωτά (τα)
🔉
kordiplomatik
🔉
διπλωματικό σώμα (το)
🔉
kordon
🔉
κορδόνι (το)
🔉
κορδέλα (η)
🔉
κλοιός (ο)
🔉
kordon boyu
🔉
μήκος κορδονιού (το)
🔉
kordone
🔉
κορδονέ (το)
🔉
kördüğüm
🔉
γόρδιος δεσμός (ο)
🔉
σφιχτός κόμπος (ο)
🔉
kore
🔉
Κορέα (η)
🔉
köre
🔉
τυφλός (ο)
🔉
körebe
🔉
τυφλόμυγα (η)
🔉
Korece
🔉
κορεατικά
🔉
korelasyon
🔉
συσχέτιση (η)
🔉
συσχετισμός (ο)
🔉
Koreli
🔉
Κορεάτης (ο)
🔉
Κορεάτισσα (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱