Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
korku
🔉
φόβος (ο)
🔉
τρόμος (ο)
🔉
korku damarı
🔉
νεύρο του φόβου (το)
🔉
korkulma
🔉
φόβος (ο)
🔉
τρόμος (ο)
🔉
korkulmak
🔉
φοβούμαι
🔉
korkulu
🔉
φοβισμένος
🔉
τρομαγμένος
🔉
φοβερός
🔉
korkuluk
🔉
σκιάχτρο (το)
🔉
φόβητρο (το)
🔉
korkuluklu
🔉
με σκιάχτρο
🔉
με φόβητρο
🔉
korkuluksuz
🔉
χωρίς σκιάχτρο
🔉
χωρίς φόβητρο
🔉
korkunç
🔉
φρικτός
🔉
τρομερός
🔉
φοβερός
🔉
korkunçlaşma
🔉
εκτράχυνση (η)
🔉
επιδείνωση (η)
🔉
korkunçlaşmak
🔉
γίνεται φρικτός
🔉
γίνεται τρομερός
🔉
korkunçlaştırma
🔉
καθιστώ φρικτό (το)
🔉
επιδείνωση (η)
🔉
korkunçlaştırmak
🔉
καθιστώ φρικτό
🔉
επιδεινώνω
🔉
korkunçluk
🔉
φρίκη (η)
🔉
τρομερότητα (η)
🔉
korkuş
🔉
φόβος (ο)
🔉
τρόμος (ο)
🔉
korkusuz
🔉
άφοβος
🔉
ατρόμητος
🔉
korkusuzca
🔉
άφοβα
🔉
ατρόμητα
🔉
korkusuzluk
🔉
αφοβία (η)
🔉
ατρόμητο (το)
🔉
Korkut
🔉
Κορκούτ (ο)
🔉
korkutabilme
🔉
δυνατότητα εκφοβισμού (η)
🔉
δυνατότητα τρομοκράτησης (η)
🔉
korkutabilmek
🔉
δύναμαι να εκφοβίσω
🔉
δύναμαι να τρομοκρατήσω
🔉
Korkuteli
🔉
Κορκουτέλι (το)
🔉
korkutma
🔉
εκφοβισμός (ο)
🔉
τρομοκράτηση (η)
🔉
korkutmaca
🔉
εκφοβισμός (ο)
🔉
τρομοκράτηση (η)
🔉
korkutmak
🔉
εκφοβίζω
🔉
τρομοκρατώ
🔉
φοβίζω
🔉
körkütük
🔉
σκνίπα
🔉
μεθυσμένος
🔉
korkutuş
🔉
εκφοβισμός (ο)
🔉
τρομοκράτηση (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱