Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
kronik
🔉
χρόνιος
🔉
χρονικό (το)
🔉
kronikçi
🔉
χρονικογράφος (ο)
🔉
kronikçilik
🔉
χρονικογραφία (η)
🔉
kronikleşme
🔉
χρονιοποίηση (η)
🔉
kronikleşmek
🔉
χρονιοποιούμαι
🔉
kroniklik
🔉
χρονιότητα (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱