Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
kurum 🔉  

οργανισμός (ο) 🔉  
ίδρυμα (το) 🔉  
υπηρεσία (η) 🔉  
αιθάλη (η) 🔉  
kuruma 🔉  

ξήρανση (η) 🔉  
στέγνωμα (το) 🔉  
kurumak 🔉  

ξηραίνομαι 🔉  
στεγνώνω 🔉  
kürüme 🔉  

σάπισμα (το) 🔉  
αποσύνθεση (η) 🔉  
kürümek 🔉  

σαπίζω 🔉  
αποσυντίθεμαι 🔉  
kurumlanabilme 🔉  

δυνατότητα δημιουργίας αιθάλης (η) 🔉  
δυνατότητα αιθαλώσεως (η) 🔉  
kurumlanabilmek 🔉  

δύναμαι να πιάσω αιθάλη 🔉  
δύναμαι να αιθαλωθώ 🔉  
kurumlanış 🔉  

αιθάλωση (η) 🔉  
κάπνισμα (το) 🔉  
kurumlanma 🔉  

αιθάλωση (η) 🔉  
κάπνισμα (το) 🔉  
kurumlanmak 🔉  

πιάνω αιθάλη 🔉  
αιθαλώνομαι 🔉  
kurumlaşma 🔉  

θεσμοποίηση (η) 🔉  
ιδρυματοποίηση (η) 🔉  
kurumlaşmak 🔉  

θεσμοποιούμαι 🔉  
ιδρυματοποιούμαι 🔉  
kurumlaştırma 🔉  

θεσμοποίηση (η) 🔉  
ιδρυματοποίηση (η) 🔉  
kurumlaştırmak 🔉  

θεσμοποιώ 🔉  
ιδρυματοποιώ 🔉  
kurumlu 🔉  

με αιθάλη 🔉  
αιθαλωμένος 🔉  
kurumluluk 🔉  

αιθαλώδης κατάσταση (η) 🔉  
αιθάλωση (η) 🔉  
kurumsal 🔉  

θεσμικός 🔉  
ιδρυματικός 🔉  
kurumsallaşma 🔉  

θεσμοποίηση (η) 🔉  
ιδρυματοποίηση (η) 🔉  
kurumsallaşmak 🔉  

θεσμοποιούμαι 🔉  
ιδρυματοποιούμαι 🔉  
kurumsallaştırma 🔉  

θεσμοποίηση (η) 🔉  
ιδρυματοποίηση (η) 🔉  
kurumsallaştırmak 🔉  

θεσμοποιώ 🔉  
ιδρυματοποιώ 🔉  
kurumsuz 🔉  

άθεσμος 🔉  
χωρίς θεσμική υπόσταση 🔉  
kurumsuzluk 🔉  

έλλειψη θεσμών (η) 🔉  
αθεσμία (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱