Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
mühür
🔉
σφραγίδα (η)
🔉
mühür beyti
🔉
δίστιχο σφραγίδας (το)
🔉
mühür gözlü
🔉
με σφραγιδόμορφα μάτια
🔉
με μεγάλα σκούρα μάτια
🔉
mühür mumu
🔉
βουλοκέρι (το)
🔉
mühür pensi
🔉
πένσα σφραγίδων (η)
🔉
τανάλια σφραγίδων (η)
🔉
mühürcü
🔉
σφραγιδοποιός (ο)
🔉
mühürcülük
🔉
σφραγιδοποιία (η)
🔉
mühürdar
🔉
σφραγιδοφύλακας (ο)
🔉
mühürdarlık
🔉
σφραγιδοφυλακία (η)
🔉
mühürleme
🔉
σφράγιση (η)
🔉
mühürlemek
🔉
σφραγίζω
🔉
mühürleniş
🔉
σφράγιση (η)
🔉
mühürlenme
🔉
σφράγιση (η)
🔉
mühürlenmek
🔉
σφραγίζομαι
🔉
mühürletme
🔉
σφράγιση (η)
🔉
σφραγισμός (ο)
🔉
mühürletmek
🔉
σφραγίζω
🔉
θέτω σφραγίδα
🔉
mühürleyiş
🔉
σφράγιση (η)
🔉
σφραγισμός (ο)
🔉
mühürlü
🔉
σφραγισμένος
🔉
mühürsüz
🔉
ασφράγιστος
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱