Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
macun
🔉
πάστα (η)
🔉
στόκος (ο)
🔉
macun küreği
🔉
σπάτουλα στόκου (η)
🔉
maçuna
🔉
ματσούνα (η)
🔉
macuncu
🔉
παστατζής (ο)
🔉
στοκαδόρος (ο)
🔉
macunculuk
🔉
παρασκευή πάστας (η)
🔉
στοκάρισμα (το)
🔉
macunlama
🔉
στοκάρισμα (το)
🔉
macunlamak
🔉
στοκάρω
🔉
macunlanma
🔉
στοκάρισμα (το)
🔉
macunlanmak
🔉
στοκάρομαι
🔉
macunlaşma
🔉
πάχυνση σε πάστα (η)
🔉
macunlaşmak
🔉
γίνεται πάστα
🔉
macunlatma
🔉
στοκάρισμα (το)
🔉
macunlatmak
🔉
βάζω να στοκάρουν
🔉
macunluk
🔉
υλικό στόκου (το)
🔉
πάστα (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱