Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
makine
🔉
μηχανή (η)
🔉
makine dolabı
🔉
ντουλάπι μηχανής (το)
🔉
makine gücü
🔉
ιπποδύναμη (η)
🔉
ισχύς μηχανής (η)
🔉
makine odası
🔉
μηχανοστάσιο (το)
🔉
makine parkı
🔉
πάρκο μηχανημάτων (το)
🔉
makine yağı
🔉
λάδι μηχανής (το)
🔉
makineci
🔉
μηχανικός (ο)
🔉
μηχανοδηγός (ο)
🔉
makinecilik
🔉
μηχανουργία (η)
🔉
μηχανολογία (η)
🔉
makineleşme
🔉
μηχανοποίηση (η)
🔉
makineleşmek
🔉
μηχανοποιούμαι
🔉
makineleştirme
🔉
μηχανοποίηση (η)
🔉
makineleştirmek
🔉
μηχανοποιώ
🔉
makineli
🔉
με μηχανή
🔉
μηχανοκίνητος
🔉
makineli tabanca
🔉
υποπολυβόλο (το)
🔉
makineli tüfek
🔉
πολυβόλο (το)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱