Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
mat
🔉
ματ (το)
🔉
αδιέξοδο (το)
🔉
matador
🔉
ματαδόρ (ο)
🔉
matafora
🔉
μεταφορά (η)
🔉
matafyon
🔉
ματαφγιόν (το)
🔉
matah
🔉
σπουδαίο πράγμα (το)
🔉
αξιοπερίεργο (το)
🔉
matara
🔉
παγούρι (το)
🔉
matbaa
🔉
τυπογραφείο (το)
🔉
matbaacı
🔉
τυπογράφος (ο)
🔉
ιδιοκτήτης τυπογραφείου (ο)
🔉
matbaacılık
🔉
τυπογραφία (η)
🔉
matbu
🔉
έντυπος
🔉
τυπωμένος
🔉
matbua
🔉
έντυπα (τα)
🔉
matbuat
🔉
τύπος (ο)
🔉
έντυπος τύπος (ο)
🔉
matem
🔉
πένθος (το)
🔉
matem ayı
🔉
μήνας πένθους (ο)
🔉
matem havası
🔉
ατμόσφαιρα πένθους (η)
🔉
matematik
🔉
μαθηματικά (τα)
🔉
matematikçi
🔉
μαθηματικός (ο)
🔉
matematikçilik
🔉
μαθηματική (η)
🔉
επάγγελμα μαθηματικού (το)
🔉
matematiksel
🔉
μαθηματικός
🔉
matematisyen
🔉
μαθηματικός (ο)
🔉
matemli
🔉
πενθών
🔉
πένθιμος
🔉
matemlilik
🔉
πένθος (το)
🔉
πενθιμότητα (η)
🔉
materyal
🔉
υλικό (το)
🔉
materyalist
🔉
υλιστής (ο)
🔉
materyalistlik
🔉
υλισμός (ο)
🔉
materyalizm
🔉
υλισμός (ο)
🔉
matine
🔉
ματινέ (το)
🔉
matiz
🔉
μεθυσμένος (ο)
🔉
αλκοολικός (ο)
🔉
matizlik
🔉
μέθη (η)
🔉
αλκοολισμός (ο)
🔉
matkap
🔉
τρυπάνι (το)
🔉
matla
🔉
ματλά (το)
🔉
matlaşma
🔉
θαμπάδα (η)
🔉
ματάρισμα (το)
🔉
matlaşmak
🔉
θαμπώνω
🔉
ματάρω
🔉
matlaştırma
🔉
θάμπωμα (το)
🔉
ματάρισμα (το)
🔉
matlaştırmak
🔉
θαμπώνω
🔉
ματάρω
🔉
matlık
🔉
θαμπάδα (η)
🔉
ματ υφή (η)
🔉
matlup
🔉
ζητούμενος
🔉
επιθυμητός
🔉
matmazel
🔉
δεσποινίς (η)
🔉
matrah
🔉
φορολογητέα βάση (η)
🔉
matrak
🔉
ρόπαλο (το)
🔉
γελοίος (ο)
🔉
matrakçı
🔉
γελωτοποιός (ο)
🔉
matriarkal
🔉
μητριαρχικός
🔉
matriks
🔉
μήτρα (η)
🔉
matris
🔉
μήτρα (η)
🔉
matris kâğıdı
🔉
χαρτί μήτρας (το)
🔉
matruş
🔉
ξυρισμένος
🔉
matruşka
🔉
ματριόσκα (η)
🔉
matruşluk
🔉
ξύρισμα (το)
🔉
matrut
🔉
ματρούτ (ο)
🔉
matuf
🔉
στραμμένος
🔉
αποβλέπων
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱