Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
mekân 🔉  

τόπος (ο) 🔉  
χώρος (ο) 🔉  
mekân akustiği 🔉  

ακουστική χώρου (η) 🔉  
mekân grupları 🔉  

ομάδες χώρων (οι) 🔉  
mekân zarfı 🔉  

επίρρημα τόπου (το) 🔉  
mekâncı 🔉  

ιδιοκτήτης χώρου (ο) 🔉  
διαχειριστής χώρου (ο) 🔉  
mekâncılık 🔉  

διαχείριση χώρων (η) 🔉  
mekanik 🔉  

μηχανικός 🔉  
mekanikçi 🔉  

μηχανικός (ο) 🔉  
mekanikçilik 🔉  

μηχανουργία (η) 🔉  
επάγγελμα μηχανικού (το) 🔉  
mekanikleştirici 🔉  

μηχανοποιητικός 🔉  
mekanikleştiricilik 🔉  

μηχανοποίηση (η) 🔉  
mekanizasyon 🔉  

μηχανοποίηση (η) 🔉  
mekanize 🔉  

μηχανοκίνητος 🔉  
μηχανοποιημένος 🔉  
mekanize birliği 🔉  

μηχανοκίνητη μονάδα (η) 🔉  
mekanizm 🔉  

μηχανισμός (ο) 🔉  
mekanizma 🔉  

μηχανισμός (ο) 🔉  
mekanizmalı 🔉  

με μηχανισμό 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱