Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
menfaat 🔉  

όφελος (το) 🔉  
συμφέρον (το) 🔉  
menfaat düşkünlüğü 🔉  

ιδιοτέλεια (η) 🔉  
προσκόλληση στο συμφέρον (η) 🔉  
menfaat düşkünü 🔉  

ιδιοτελής 🔉  
συμφεροντολόγος 🔉  
menfaatçi 🔉  

ωφελιμιστής (ο) 🔉  
συμφεροντολόγος (ο) 🔉  
menfaatçilik 🔉  

ωφελιμισμός (ο) 🔉  
συμφεροντολογία (η) 🔉  
menfaatperest 🔉  

ιδιοτελής 🔉  
συμφεροντολόγος 🔉  
menfaatperestlik 🔉  

ιδιοτέλεια (η) 🔉  
συμφεροντολογία (η) 🔉  
menfaatperver 🔉  

φιλοσυμφεροντικός 🔉  
ωφελιμιστικός 🔉  
menfaatperverlik 🔉  

ωφελιμισμός (ο) 🔉  
φιλοσυμφεροντισμός (ο) 🔉  
menfaattar 🔉  

ωφελούμενος (ο) 🔉  
δικαιούχος (ο) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱