Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
merdiven 🔉  

σκάλα (η) 🔉  
κλίμακα (η) 🔉  
merdiven altı 🔉  

παράνομος 🔉  
υπόγειος 🔉  
merdiven altı üretim 🔉  

παράνομη παραγωγή (η) 🔉  
υπόγεια παραγωγή (η) 🔉  
merdiven boşluğu 🔉  

κλιμακοστάσιο (το) 🔉  
φρεάτιο σκάλας (το) 🔉  
merdiven korkuluğu 🔉  

κιγκλίδωμα σκάλας (το) 🔉  
κουπαστή (η) 🔉  
merdiven sahanlığı 🔉  

πλατύσκαλο (το) 🔉  
merdivenci 🔉  

σκαλοποιός (ο) 🔉  
merdivencilik 🔉  

σκαλοποιία (η) 🔉  
merdivenevi 🔉  

κλιμακοστάσιο (το) 🔉  
merdivenimsi 🔉  

σκαλοειδής 🔉  
merdivenkovası 🔉  

σκαλοπάτι-κυψέλη (η) 🔉  
merdivenli 🔉  

με σκάλα 🔉  
κλιμακωτός 🔉  
merdivensi 🔉  

σκαλοειδής 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱