Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
merkez 🔉  

κέντρο (το) 🔉  
merkez açı 🔉  

κεντρική γωνία (η) 🔉  
merkez parti 🔉  

κεντρώο κόμμα (το) 🔉  
merkez üs 🔉  

κεντρική βάση (η) 🔉  
merkezce 🔉  

κεντρικά 🔉  
merkezci 🔉  

κεντριστής (ο) 🔉  
κεντρικιστής (ο) 🔉  
merkezcil 🔉  

κεντρομόλος 🔉  
merkezcilik 🔉  

κεντρομόλος τάση (η) 🔉  
κεντρομόλος δύναμη (η) 🔉  
merkezî 🔉  

κεντρικός 🔉  
merkezî idare 🔉  

κεντρική διοίκηση (η) 🔉  
merkezî ısıtma 🔉  

κεντρική θέρμανση (η) 🔉  
merkezî ülke 🔉  

κεντρική χώρα (η) 🔉  
merkezî yıkama 🔉  

κεντρικό πλύσιμο (το) 🔉  
merkezî yönetim 🔉  

κεντρική διακυβέρνηση (η) 🔉  
κεντρική διοίκηση (η) 🔉  
merkezîleşme 🔉  

συγκεντροποίηση (η) 🔉  
κεντρικοποίηση (η) 🔉  
merkezîleşmek 🔉  

συγκεντροποιούμαι 🔉  
κεντρικοποιούμαι 🔉  
merkezîleştirme 🔉  

συγκεντροποίηση (η) 🔉  
κεντρικοποίηση (η) 🔉  
merkezîleştirmek 🔉  

συγκεντροποιώ 🔉  
κεντρικοποιώ 🔉  
merkezîlik 🔉  

κεντρικότητα (η) 🔉  
merkeziyet 🔉  

συγκεντρωτισμός (ο) 🔉  
κεντρικότητα (η) 🔉  
merkeziyetçi 🔉  

συγκεντρωτιστής (ο) 🔉  
κεντρικιστής (ο) 🔉  
merkeziyetçilik 🔉  

συγκεντρωτισμός (ο) 🔉  
κεντρικισμός (ο) 🔉  
merkezkaç 🔉  

φυγόκεντρος 🔉  
merkezkaç kuvvet 🔉  

φυγόκεντρη δύναμη (η) 🔉  
merkezkaçlama 🔉  

φυγοκέντρηση (η) 🔉  
merkezleme 🔉  

κεντράρισμα (το) 🔉  
κεντροθέτηση (η) 🔉  
merkezlemek 🔉  

κεντράρω 🔉  
κεντροθετώ 🔉  
merkezlenme 🔉  

κεντράρισμα (το) 🔉  
κεντροθέτηση (η) 🔉  
merkezlenmek 🔉  

κεντράρομαι 🔉  
κεντροθετούμαι 🔉  
merkezleşme 🔉  

συγκέντρωση (η) 🔉  
κεντροποίηση (η) 🔉  
merkezleşmek 🔉  

συγκεντρώνομαι 🔉  
κεντροποιούμαι 🔉  
merkezleştirme 🔉  

κεντροποίηση (η) 🔉  
συγκέντρωση (η) 🔉  
merkezleştirmek 🔉  

κεντροποιώ 🔉  
συγκεντρώνω 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱