Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
net 🔉  

καθαρός 🔉  
σαφής 🔉  
καθαρά 🔉  
καθαρό (το) 🔉  
net resim 🔉  

καθαρή εικόνα (η) 🔉  
net ücret 🔉  

καθαρός μισθός (ο) 🔉  
καθαρές αποδοχές (οι) 🔉  
netameli 🔉  

επισφαλής 🔉  
επικίνδυνος 🔉  
λεπτός 🔉  
netice 🔉  

αποτέλεσμα (το) 🔉  
έκβαση (η) 🔉  
neticelendirebilme 🔉  

δυνατότητα να καταλήξει σε αποτέλεσμα (η) 🔉  
neticelendirebilmek 🔉  

μπορώ να καταλήξω σε αποτέλεσμα 🔉  
neticelendirilme 🔉  

εξαγωγή αποτελέσματος (η) 🔉  
κατάληξη (η) 🔉  
neticelendirilmek 🔉  

καταλήγω σε αποτέλεσμα 🔉  
εξάγεται αποτέλεσμα 🔉  
neticelendirme 🔉  

εξαγωγή αποτελέσματος (η) 🔉  
κατάληξη (η) 🔉  
neticelendirmek 🔉  

καταλήγω σε αποτέλεσμα 🔉  
εξάγω αποτέλεσμα 🔉  
neticeleniş 🔉  

κατάληξη (η) 🔉  
έκβαση (η) 🔉  
neticelenme 🔉  

κατάληξη (η) 🔉  
έκβαση (η) 🔉  
neticelenmek 🔉  

καταλήγω 🔉  
εκβαίνω 🔉  
neticeleşme 🔉  

μετατροπή σε αποτέλεσμα (η) 🔉  
κατάληξη (η) 🔉  
neticeleşmek 🔉  

καταλήγω σε αποτέλεσμα 🔉  
neticesiz 🔉  

άκαρπος 🔉  
χωρίς αποτέλεσμα 🔉  
neticesizlik 🔉  

ακαρπία (η) 🔉  
έλλειψη αποτελέσματος (η) 🔉  
neticeten 🔉  

ως αποτέλεσμα 🔉  
συνεπεία 🔉  
netleşme 🔉  

αποσαφήνιση (η) 🔉  
ξεκαθάρισμα (το) 🔉  
netleşmek 🔉  

αποσαφηνίζομαι 🔉  
ξεκαθαρίζω 🔉  
netleştirebilme 🔉  

δυνατότητα αποσαφήνισης (η) 🔉  
netleştirebilmek 🔉  

μπορώ να αποσαφηνίσω 🔉  
μπορώ να ξεκαθαρίσω 🔉  
netleştirme 🔉  

αποσαφήνιση (η) 🔉  
ξεκαθάρισμα (το) 🔉  
netleştirmek 🔉  

αποσαφηνίζω 🔉  
ξεκαθαρίζω 🔉  
netlik 🔉  

σαφήνεια (η) 🔉  
καθαρότητα (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱