Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
odun 🔉  

ξύλο (το) 🔉  
καυσόξυλο (το) 🔉  
ödün 🔉  

παραχώρηση (η) 🔉  
υποχώρηση (η) 🔉  
συμβιβασμός (ο) 🔉  
odun bilimi 🔉  

ξυλολογία (η) 🔉  
odun bilimsel 🔉  

ξυλολογικός 🔉  
odun kömürü 🔉  

ξυλοκάρβουνο (το) 🔉  
odun özü 🔉  

ξυλώδης πολτός (ο) 🔉  
odun sobası 🔉  

ξυλόσομπα (η) 🔉  
ödünç 🔉  

δάνειο (το) 🔉  
δανεισμός (ο) 🔉  
ödünçleme 🔉  

δανεισμός (ο) 🔉  
δανειοληψία (η) 🔉  
ödünçlemek 🔉  

δανείζω 🔉  
δανείζομαι 🔉  
ödünçlenme 🔉  

δανεισμός (ο) 🔉  
ödünçlenmek 🔉  

δανείζομαι 🔉  
ödünçleşme 🔉  

αμοιβαίος δανεισμός (ο) 🔉  
ödünçleşmek 🔉  

δανείζομαι αμοιβαία 🔉  
ανταλλάσσω δανεικά 🔉  
oduncu 🔉  

ξυλοκόπος (ο) 🔉  
καυσόξυλατζής (ο) 🔉  
ödüncü 🔉  

συμβιβαστικός 🔉  
υποχωρητικός 🔉  
oduncul 🔉  

ξυλώδης 🔉  
odunculuk 🔉  

ξυλεία (η) 🔉  
ξυλοκοπία (η) 🔉  
ödüncülük 🔉  

συμβιβαστικότητα (η) 🔉  
υποχωρητικότητα (η) 🔉  
odunlaşma 🔉  

ξυλοποίηση (η) 🔉  
odunlaşmak 🔉  

ξυλοποιούμαι 🔉  
ödünleme 🔉  

παραχώρηση (η) 🔉  
υποχώρηση (η) 🔉  
ödünlemek 🔉  

παραχωρώ 🔉  
υποχωρώ 🔉  
ödünlü 🔉  

συμβιβαστικός 🔉  
υποχωρητικός 🔉  
odunlu 🔉  

ξυλώδης 🔉  
με ξύλα 🔉  
odunluk 🔉  

ξυλαποθήκη (η) 🔉  
ödünlülük 🔉  

συμβιβαστικότητα (η) 🔉  
υποχωρητικότητα (η) 🔉  
Odunpazarı 🔉  

Οντουνπαζαρί (το) 🔉  
odunsu 🔉  

ξυλώδης 🔉  
ödünsüz 🔉  

ασυμβίβαστος 🔉  
αδιάλλακτος 🔉  
ödünsüzce 🔉  

ασυμβίβαστα 🔉  
αδιάλλακτα 🔉  
ödünsüzlük 🔉  

ασυμβίβαστο (το) 🔉  
αδιαλλαξία (η) 🔉  
odunumsu 🔉  

ξυλώδης 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱