Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
okul
🔉
σχολείο (το)
🔉
okul çocuğu
🔉
μαθητής (ο)
🔉
μαθήτρια (η)
🔉
okul kaçağı
🔉
σκασιάρχης (ο)
🔉
σκασιάρα (η)
🔉
okul kooperatifi
🔉
σχολικός συνεταιρισμός (ο)
🔉
okul öncesi
🔉
προσχολικός
🔉
okul sonrası
🔉
μετασχολικός
🔉
okuldaş
🔉
συμμαθητής (ο)
🔉
συμμαθήτρια (η)
🔉
okuldaşlık
🔉
συμμαθητεία (η)
🔉
oküler
🔉
οφθαλμικός
🔉
okullar arası
🔉
διασχολικός
🔉
okullaşma
🔉
σχολειοποίηση (η)
🔉
okullaşmak
🔉
σχολειοποιούμαι
🔉
okullu
🔉
μορφωμένος
🔉
σχολειωμένος
🔉
okullulaşma
🔉
σχολειοποίηση (η)
🔉
okullulaşmak
🔉
σχολειοποιούμαι
🔉
okulluluk
🔉
μόρφωση (η)
🔉
okültizm
🔉
αποκρυφισμός (ο)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱