Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
olgun 🔉  

ώριμος 🔉  
ölgün 🔉  

μαραμένος 🔉  
εξασθενημένος 🔉  
olgun odun 🔉  

ώριμη ξυλεία (η) 🔉  
olgunca 🔉  

ώριμα 🔉  
olgunlaşabilme 🔉  

δυνατότητα ωρίμανσης (η) 🔉  
olgunlaşabilmek 🔉  

μπορώ να ωριμάσω 🔉  
olgunlaşma 🔉  

ωρίμανση (η) 🔉  
olgunlaşmak 🔉  

ωριμάζω 🔉  
olgunlaştırabilme 🔉  

δυνατότητα ωρίμανσης (η) 🔉  
olgunlaştırabilmek 🔉  

μπορώ να ωριμάσω 🔉  
μπορώ να ωριμάσω κάτι 🔉  
olgunlaştırma 🔉  

ωρίμανση (η) 🔉  
olgunlaştırmak 🔉  

ωριμάζω 🔉  
ωριμάζω κάτι 🔉  
olgunluk 🔉  

ωριμότητα (η) 🔉  
ölgünlük 🔉  

μαρασμός (ο) 🔉  
εξασθένηση (η) 🔉  
olgunluk çağı 🔉  

ώριμη ηλικία (η) 🔉  
olgunluk imtihanı 🔉  

απολυτήριες εξετάσεις (οι) 🔉  
olgunluk yaşı 🔉  

ηλικία ωριμότητας (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱