Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
oran 🔉  

αναλογία (η) 🔉  
λόγος (ο) 🔉  
oran dışı 🔉  

εκτός αναλογίας 🔉  
oranca 🔉  

αναλογικά 🔉  
orangutan 🔉  

ουραγκοτάγκος (ο) 🔉  
oranla 🔉  

σε σύγκριση με 🔉  
αναλογικά με 🔉  
oranlama 🔉  

αναλογισμός (ο) 🔉  
υπολογισμός αναλογίας (ο) 🔉  
oranlamak 🔉  

αναλογίζω 🔉  
υπολογίζω αναλογία 🔉  
oranlayabilme 🔉  

δυνατότητα αναλογισμού (η) 🔉  
oranlayabilmek 🔉  

μπορώ να αναλογίσω 🔉  
oranlı 🔉  

αναλογικός 🔉  
oranlılık 🔉  

αναλογικότητα (η) 🔉  
oransız 🔉  

δυσανάλογος 🔉  
oransızlık 🔉  

δυσαναλογία (η) 🔉  
orantı 🔉  

αναλογία (η) 🔉  
αναλογικότητα (η) 🔉  
orantılama 🔉  

αναλογισμός (ο) 🔉  
orantılamak 🔉  

αναλογίζω 🔉  
orantılanma 🔉  

αναλογισμός (ο) 🔉  
orantılanmak 🔉  

αναλογίζομαι 🔉  
orantılı 🔉  

αναλογικός 🔉  
ανάλογος 🔉  
orantılılık 🔉  

αναλογικότητα (η) 🔉  
orantısız 🔉  

δυσανάλογος 🔉  
orantısızlık 🔉  

δυσαναλογία (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱