Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
organ 🔉  

όργανο (το) 🔉  
organ aktarımı 🔉  

μεταμόσχευση οργάνου (η) 🔉  
organ mafyası 🔉  

μαφία οργάνων (η) 🔉  
organ nakli 🔉  

μεταμόσχευση οργάνου (η) 🔉  
organel 🔉  

οργανίδιο (το) 🔉  
organik 🔉  

οργανικός 🔉  
organik bağ 🔉  

οργανικός δεσμός (ο) 🔉  
organik kimya 🔉  

οργανική χημεία (η) 🔉  
organik kütle 🔉  

οργανική μάζα (η) 🔉  
organik öge 🔉  

οργανικό στοιχείο (το) 🔉  
organik tarım 🔉  

βιολογική γεωργία (η) 🔉  
οργανική γεωργία (η) 🔉  
organik ürün 🔉  

βιολογικό προϊόν (το) 🔉  
οργανικό προϊόν (το) 🔉  
organikçi 🔉  

οργανικιστής (ο) 🔉  
organiklik 🔉  

οργανικότητα (η) 🔉  
organizasyon 🔉  

οργάνωση (η) 🔉  
organizatör 🔉  

οργανωτής (ο) 🔉  
organize 🔉  

οργανωμένος 🔉  
organize sanayi 🔉  

οργανωμένη βιομηχανική ζώνη (η) 🔉  
organize suç 🔉  

οργανωμένο έγκλημα (το) 🔉  
organizma 🔉  

οργανισμός (ο) 🔉  
organlaşma 🔉  

οργανογένεση (η) 🔉  
organlaşmak 🔉  

οργανοποιούμαι 🔉  
organlık 🔉  

οργανικότητα (η) 🔉  
organoleptik 🔉  

οργανοληπτικός 🔉  
organtin 🔉  

οργκαντίν (το) 🔉  
organze 🔉  

οργάντζα (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱