Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
ortak 🔉  

κοινός 🔉  
συνεταίρος (ο) 🔉  
ortak bölen 🔉  

κοινός διαιρέτης (ο) 🔉  
ortak çarpan 🔉  

κοινός παράγοντας (ο) 🔉  
ortak dil 🔉  

κοινή γλώσσα (η) 🔉  
ortak fark 🔉  

κοινή διαφορά (η) 🔉  
ortak gider 🔉  

κοινό έξοδο (το) 🔉  
ortak hesap 🔉  

κοινός λογαριασμός (ο) 🔉  
ortak kat 🔉  

κοινός όροφος (ο) 🔉  
ortak mülkiyet 🔉  

κοινή ιδιοκτησία (η) 🔉  
ortak nesne 🔉  

κοινό αντικείμενο (το) 🔉  
ortak ölçülmez sayılar 🔉  

ασύμμετροι αριθμοί (οι) 🔉  
ortak özne 🔉  

κοινό υποκείμενο (το) 🔉  
ortak payda 🔉  

κοινός παρονομαστής (ο) 🔉  
ortak tam bölen 🔉  

μέγιστος κοινός διαιρέτης (ο) 🔉  
ortak tümleç 🔉  

κοινό συμπλήρωμα (το) 🔉  
ortak yapım 🔉  

συμπαραγωγή (η) 🔉  
ortak yaşama 🔉  

συμβίωση (η) 🔉  
ortak yönetim 🔉  

συνδιοίκηση (η) 🔉  
ortak yüklem 🔉  

κοινό κατηγόρημα (το) 🔉  
ortakça 🔉  

από κοινού 🔉  
κοινώς 🔉  
ortakçı 🔉  

μεριδούχος (ο) 🔉  
συνεταίρος (ο) 🔉  
ortakçılık 🔉  

μεριδοκτησία (η) 🔉  
συνεταιρισμός (ο) 🔉  
ortaklaşa 🔉  

από κοινού 🔉  
συλλογικά 🔉  
ortaklaşacı 🔉  

υποστηρικτής της κοινοκτημοσύνης (ο) 🔉  
ortaklaşacılık 🔉  

κοινοκτημοσύνη (η) 🔉  
κολεκτιβισμός (ο) 🔉  
ortaklaşalık 🔉  

κοινοκτημοσύνη (η) 🔉  
ortaklaşma 🔉  

κοινοποίηση (η) 🔉  
συλλογικοποίηση (η) 🔉  
ortaklaşmak 🔉  

κοινοποιούμαι 🔉  
συλλογικοποιούμαι 🔉  
ortaklaştırma 🔉  

κοινοποίηση (η) 🔉  
συλλογικοποίηση (η) 🔉  
ortaklaştırmak 🔉  

κοινοποιώ 🔉  
συλλογικοποιώ 🔉  
ortaklık 🔉  

συνεταιρισμός (ο) 🔉  
εταιρική σχέση (η) 🔉  
σύμπραξη (η) 🔉  
ortaklık senedi 🔉  

μετοχή (η) 🔉  
ortaklık sözleşmesi 🔉  

εταιρική σύμβαση (η) 🔉  
σύμβαση συνεταιρισμού (η) 🔉  
Ortaköy 🔉  

Ορτακιόι (το) 🔉  
ortakyaşar 🔉  

συμβιωτικός 🔉  
ortakyaşarlık 🔉  

συμβίωση (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱