Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
oturma
🔉
κάθισμα (το)
🔉
καθισιό (το)
🔉
oturma belgesi
🔉
πιστοποιητικό διαμονής (το)
🔉
oturma duvarı
🔉
τοίχος καθιστικού (ο)
🔉
oturma grevi
🔉
καθιστική απεργία (η)
🔉
oturma grubu
🔉
σετ καθιστικού (το)
🔉
oturma izni
🔉
άδεια διαμονής (η)
🔉
oturma mobilyası
🔉
έπιπλο καθιστικού (το)
🔉
oturma odası
🔉
καθιστικό (το)
🔉
σαλόνι (το)
🔉
oturmak
🔉
κάθομαι
🔉
κατοικώ
🔉
συνεδριάζω
🔉
oturmalık
🔉
για κάθισμα
🔉
κάθισμα (το)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱