Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
oyun 🔉  

παιχνίδι (το) 🔉  
παιγνίδι (το) 🔉  
θεατρικό έργο (το) 🔉  
oyun alanı 🔉  

παιδότοπος (ο) 🔉  
χώρος παιχνιδιού (ο) 🔉  
oyun ebesi 🔉  

κυνηγητής (ο) 🔉  
oyun havası 🔉  

σκοπός χορού (ο) 🔉  
χορευτική μελωδία (η) 🔉  
oyun kâğıdı 🔉  

τράπουλα (η) 🔉  
χαρτί παιγνίου (το) 🔉  
oyun kurucu 🔉  

οργανωτής παιχνιδιού (ο) 🔉  
πλέι μέικερ (ο) 🔉  
oyun kuruculuğu 🔉  

οργάνωση παιχνιδιού (η) 🔉  
oyun masası 🔉  

τραπέζι παιχνιδιού (το) 🔉  
oyun sahası 🔉  

γήπεδο (το) 🔉  
αγωνιστικός χώρος (ο) 🔉  
oyun salonu 🔉  

αίθουσα παιχνιδιών (η) 🔉  
αίθουσα ψυχαγωγίας (η) 🔉  
oyun yazarı 🔉  

θεατρικός συγγραφέας (ο) 🔉  
oyun yazarlığı 🔉  

θεατρική συγγραφή (η) 🔉  
oyunbaz 🔉  

παιχνιδιάρης 🔉  
παίκτης (ο) 🔉  
oyunbazlık 🔉  

παιχνιδιάρικη διάθεση (η) 🔉  
παικτικότητα (η) 🔉  
oyunbozan 🔉  

χαλαστής (ο) 🔉  
σπασίκλας του παιχνιδιού (ο) 🔉  
oyunbozanlık 🔉  

χαλασμός (ο) 🔉  
παρεμπόδιση παιχνιδιού (η) 🔉  
oyuncak 🔉  

παιχνίδι (το) 🔉  
oyuncakçı 🔉  

παιχνιδάς (ο) 🔉  
πωλητής παιχνιδιών (ο) 🔉  
oyuncakçılık 🔉  

εμπορία παιχνιδιών (η) 🔉  
oyuncaklı 🔉  

με παιχνίδια 🔉  
oyuncu 🔉  

ηθοποιός (ο/η) 🔉  
παίκτης (ο/η) 🔉  
oyuncu kadrosu 🔉  

διανομή (η) 🔉  
θίασος (ο) 🔉  
oyuncuktan 🔉  

από παιδί 🔉  
εκ παιδός 🔉  
oyunculuk 🔉  

υποκριτική (η) 🔉  
ηθοποιία (η) 🔉  
oyunlaştırılma 🔉  

παιγνιοποίηση (η) 🔉  
oyunlaştırılmak 🔉  

παιγνιοποιούμαι 🔉  
oyunlaştırma 🔉  

παιγνιοποίηση (η) 🔉  
oyunlaştırmak 🔉  

παιγνιοποιώ 🔉  
oyunluk 🔉  

χώρος παιχνιδιού (ο) 🔉  
παιγνιώδες στοιχείο (το) 🔉  
oyuntu 🔉  

σκάλισμα (το) 🔉  
χάραγμα (το) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱