Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
parça
🔉
κομμάτι (το)
🔉
τεμάχιο (το)
🔉
μέρος (το)
🔉
parça başına
🔉
ανά τεμάχιο
🔉
parça bohçası
🔉
μπόγος με κομμάτια (ο)
🔉
parça bölük
🔉
σκόρπιος
🔉
ασύντακτος
🔉
parça parça
🔉
κομμάτι-κομμάτι
🔉
parça pürçük
🔉
κομμάτια (τα)
🔉
θρύψαλα (τα)
🔉
parçacı
🔉
τεμαχιστής (ο)
🔉
parçacık
🔉
σωματίδιο (το)
🔉
μόριο (το)
🔉
parçacıklı
🔉
σωματιδιακός
🔉
parçacılık
🔉
σωματιδιακή θεωρία (η)
🔉
parçalama
🔉
τεμαχισμός (ο)
🔉
κατακερματισμός (ο)
🔉
parçalamak
🔉
τεμαχίζω
🔉
κατακερματίζω
🔉
parçalanış
🔉
κατακερματισμός (ο)
🔉
parçalanma
🔉
τεμαχισμός (ο)
🔉
κατακερματισμός (ο)
🔉
parçalanmak
🔉
τεμαχίζομαι
🔉
κατακερματίζομαι
🔉
parçalatma
🔉
ανάθεση τεμαχισμού (η)
🔉
parçalatmak
🔉
βάζω να τεμαχίσουν
🔉
βάζω να κατακερματίσουν
🔉
parçalattırma
🔉
ανάθεση τεμαχισμού (η)
🔉
parçalattırmak
🔉
βάζω να τεμαχίσουν
🔉
βάζω να κατακερματίσουν
🔉
parçalayabilme
🔉
δυνατότητα τεμαχισμού (η)
🔉
parçalayabilmek
🔉
μπορώ να τεμαχίσω
🔉
μπορώ να κατακερματίσω
🔉
parçalayış
🔉
τεμαχισμός (ο)
🔉
parçalı
🔉
κομματιασμένος
🔉
τμηματικός
🔉
parçalı bohça
🔉
μπόγος με κομμάτια (ο)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱