Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
pay
🔉
μερίδιο (το)
🔉
μετοχή (η)
🔉
ποσοστό (το)
🔉
pay senedi
🔉
μετοχή (η)
🔉
payan
🔉
στήριγμα (το)
🔉
αντηρίδα (η)
🔉
payanda
🔉
αντηρίδα (η)
🔉
υποστύλωμα (το)
🔉
payandalama
🔉
αντηρίδωση (η)
🔉
υποστύλωση (η)
🔉
payandalamak
🔉
αντηριδώνω
🔉
υποστυλώνω
🔉
payandalayabilme
🔉
δυνατότητα υποστύλωσης (η)
🔉
payandalayabilmek
🔉
μπορώ να υποστυλώσω
🔉
payandalı
🔉
με αντηρίδες
🔉
υποστυλωμένος
🔉
payandalık
🔉
αντηρίδωση (η)
🔉
υποστύλωση (η)
🔉
payandasız
🔉
χωρίς αντηρίδες
🔉
αστήρικτος
🔉
payansız
🔉
αστήρικτος
🔉
χωρίς στήριγμα
🔉
payansızlık
🔉
αστήρικτη κατάσταση (η)
🔉
έλλειψη στηρίγματος (η)
🔉
payda
🔉
παρονομαστής (ο)
🔉
βάση (η)
🔉
paydaş
🔉
συνιδιοκτήτης (ο)
🔉
συμμέτοχος (ο)
🔉
paydaşlı
🔉
με συνιδιοκτήτες
🔉
με συμμέτοχους
🔉
paydaşlık
🔉
συνιδιοκτησία (η)
🔉
συμμετοχή (η)
🔉
paydos
🔉
διάλειμμα (το)
🔉
σχόλασμα (το)
🔉
paydos borusu
🔉
σφυρίχτρα λήξης (η)
🔉
paydos vakti
🔉
ώρα λήξης (η)
🔉
ώρα διαλείμματος (η)
🔉
paye
🔉
βαθμός (ο)
🔉
αξίωμα (το)
🔉
payelendirme
🔉
βαθμολόγηση (η)
🔉
απονομή βαθμού (η)
🔉
payelendirmek
🔉
βαθμολογώ
🔉
απονέμω βαθμό
🔉
payen
🔉
παγιέν (το)
🔉
payet
🔉
παγιέτα (η)
🔉
payidar
🔉
διαρκής
🔉
μόνιμος
🔉
payitaht
🔉
πρωτεύουσα (η)
🔉
έδρα (η)
🔉
paylama
🔉
επίπληξη (η)
🔉
μάλωμα (το)
🔉
paylamak
🔉
επιπλήττω
🔉
μαλώνω
🔉
paylanma
🔉
επίπληξη (η)
🔉
paylanmak
🔉
επιπλήττομαι
🔉
μαλώνομαι
🔉
paylaşabilme
🔉
δυνατότητα διαμοιρασμού (η)
🔉
δυνατότητα μοιράσματος (η)
🔉
paylaşabilmek
🔉
μπορώ να μοιραστώ
🔉
μπορώ να διαμοιράσω
🔉
paylaşılma
🔉
διαμοιρασμός (ο)
🔉
μοίρασμα (το)
🔉
paylaşılmak
🔉
μοιράζομαι
🔉
διαμοιράζομαι
🔉
paylaşım
🔉
διαμοιρασμός (ο)
🔉
μοίρασμα (το)
🔉
κοινοχρησία (η)
🔉
paylaşımcı
🔉
κοινοτιστικός
🔉
συνεργατικός
🔉
paylaşımcılık
🔉
κοινοτισμός (ο)
🔉
συνεργατισμός (ο)
🔉
paylaşıverme
🔉
μοιρασιά
🔉
paylaşıvermek
🔉
μοιράζω αμέσως
🔉
μοιράζομαι αμέσως
🔉
paylaşma
🔉
μοίρασμα (το)
🔉
διαμοιρασμός (ο)
🔉
κοινοποίηση (η)
🔉
paylaşmak
🔉
μοιράζω
🔉
μοιράζομαι
🔉
διαμοιράζω
🔉
κοινοποιώ
🔉
paylaştırabilme
🔉
δυνατότητα διαμοιρασμού (η)
🔉
paylaştırabilmek
🔉
μπορώ να διαμοιράσω
🔉
paylaştırılma
🔉
διαμοιρασμός (ο)
🔉
paylaştırılmak
🔉
διαμοιράζομαι
🔉
κατανέμομαι
🔉
paylaştırma
🔉
διαμοιρασμός (ο)
🔉
κατανομή (η)
🔉
paylaştırmak
🔉
διαμοιράζω
🔉
κατανέμω
🔉
paylatma
🔉
διαμοιρασμός (ο)
🔉
κατανομή (η)
🔉
paylatmak
🔉
διαμοιράζω
🔉
κατανέμω
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱