Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
pis
🔉
βρόμικος
🔉
ακάθαρτος
🔉
αισχρός
🔉
άσεμνος
🔉
pis bıyık
🔉
βρόμικο μουστάκι (το)
🔉
pis lakırtı
🔉
αισχρολογία (η)
🔉
βρομοκουβέντα (η)
🔉
pis pis
🔉
βρόμικα
🔉
ακάθαρτα
🔉
pis söz
🔉
αισχρολογία (η)
🔉
βρομοκουβέντα (η)
🔉
pis su
🔉
λύματα (τα)
🔉
ακάθαρτο νερό (το)
🔉
pis su borusu
🔉
σωλήνας αποχέτευσης (ο)
🔉
pis su tesisatı
🔉
αποχέτευση (η)
🔉
εγκατάσταση αποχέτευσης (η)
🔉
pisboğaz
🔉
λαίμαργος (ο)
🔉
λαιμαργάκος (ο)
🔉
pisboğazlık
🔉
λαιμαργία (η)
🔉
pişdar
🔉
αρχιμάγειρας (ο)
🔉
pişeğen
🔉
μαγειρεμένος
🔉
ψημένος
🔉
pişek
🔉
μαγειρεμένος
🔉
ψημένος
🔉
Pişekâr
🔉
Πισεκάρης (ο)
🔉
Pişekârlık
🔉
Πισεκαρλίκι (το)
🔉
pisi
🔉
γατάκι (το)
🔉
pişi
🔉
τηγανόψωμο (το)
🔉
pisi balığı
🔉
γλώσσα (η)
🔉
pisi pisi
🔉
γατούλα (η)
🔉
γατάκι (το)
🔉
pisi pisine
🔉
γατίσια
🔉
σαν γάτα
🔉
pisik
🔉
σύγκαμα (το)
🔉
εξάνθημα από τριβή (το)
🔉
pişik
🔉
σύγκαμα (το)
🔉
εξάνθημα από τριβή (το)
🔉
pisik otu
🔉
ψυλλόχορτο (το)
🔉
pişim
🔉
ψήσιμο (το)
🔉
μαγείρεμα (το)
🔉
pisin
🔉
βρόμικος
🔉
ακάθαρτος
🔉
pisipisi
🔉
γατούλα (η)
🔉
γατάκι (το)
🔉
pisipisi otu
🔉
ψυλλόχορτο (το)
🔉
pişirebilme
🔉
δυνατότητα μαγειρέματος (η)
🔉
δυνατότητα ψησίματος (η)
🔉
pişirebilmek
🔉
μπορώ να μαγειρέψω
🔉
μπορώ να ψήσω
🔉
pişirgeç
🔉
σκεύος ψησίματος (το)
🔉
pişirici
🔉
μαγειρικός
🔉
ψήστης (ο)
🔉
pişiricilik
🔉
μαγειρική (η)
🔉
ψήσιμο (το)
🔉
pişiriliş
🔉
τρόπος μαγειρέματος (ο)
🔉
τρόπος ψησίματος (ο)
🔉
pişirilme
🔉
μαγείρεμα (το)
🔉
ψήσιμο (το)
🔉
pişirilmek
🔉
μαγειρεύομαι
🔉
ψήνομαι
🔉
pişirim
🔉
ψήσιμο (το)
🔉
μαγείρεμα (το)
🔉
pişirimlik
🔉
για μαγείρεμα
🔉
για ψήσιμο
🔉
pişiriş
🔉
ψήσιμο (το)
🔉
μαγείρεμα (το)
🔉
pişirme
🔉
μαγείρεμα (το)
🔉
ψήσιμο (το)
🔉
pişirmek
🔉
μαγειρεύω
🔉
ψήνω
🔉
pişirtme
🔉
ψήσιμο (το)
🔉
μαγείρεμα (το)
🔉
pişirtmek
🔉
βάζω να μαγειρέψουν
🔉
βάζω να ψήσουν
🔉
pişkin
🔉
ψημένος
🔉
έμπειρος
🔉
θρασύς
🔉
pişkince
🔉
θρασύτατα
🔉
με θράσος
🔉
pişkinlik
🔉
θράσος (το)
🔉
εμπειρία (η)
🔉
piskopos
🔉
επίσκοπος (ο)
🔉
piskoposhane
🔉
επισκοπείο (το)
🔉
piskoposluk
🔉
επισκοπή (η)
🔉
αξίωμα επισκόπου (το)
🔉
pisleme
🔉
λέρωμα (το)
🔉
ρύπανση (η)
🔉
pislemek
🔉
λερώνω
🔉
ρυπαίνω
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱