Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
put
🔉
είδωλο (το)
🔉
putlaşma
🔉
ειδωλοποίηση (η)
🔉
putlaşmak
🔉
ειδωλοποιούμαι
🔉
putlaştırma
🔉
ειδωλοποίηση (η)
🔉
putlaştırmak
🔉
ειδωλοποιώ
🔉
putperest
🔉
ειδωλολάτρης (ο)
🔉
putperestlik
🔉
ειδωλολατρία (η)
🔉
putrel
🔉
δοκός (η)
🔉
putrelli
🔉
με δοκούς
🔉
pütür
🔉
τραχύτητα (η)
🔉
ανωμαλία (η)
🔉
pütür pütür
🔉
τραχύ-τραχύ
🔉
ανώμαλα
🔉
Pütürge
🔉
Πουτούργκε (το)
🔉
pütürlenme
🔉
τραχύνευση (η)
🔉
ανωμαλοποίηση (η)
🔉
pütürlenmek
🔉
τραχύνω
🔉
γίνομαι ανώμαλος
🔉
pütürlü
🔉
τραχύς
🔉
ανώμαλος
🔉
pütürsüz
🔉
λείος
🔉
ομαλός
🔉
pütürsüzlük
🔉
λειότητα (η)
🔉
ομαλότητα (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱