Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
rast
🔉
ραστ (το)
🔉
σωστός
🔉
ορθός
🔉
rastgele
🔉
τυχαία
🔉
στην τύχη
🔉
rastık
🔉
ραστίκ (το)
🔉
βαφή μαλλιών (η)
🔉
rastıklı
🔉
βαμμένος με ραστίκ
🔉
rastlama
🔉
συνάντηση (η)
🔉
τυχαία εύρεση (η)
🔉
rastlamak
🔉
συναντώ
🔉
βρίσκω τυχαία
🔉
πέφτω πάνω σε
🔉
rastlanabilme
🔉
δυνατότητα ανεύρεσης (η)
🔉
δυνατότητα συνάντησης (η)
🔉
rastlanabilmek
🔉
μπορώ να βρεθώ
🔉
μπορώ να συναντηθώ
🔉
rastlanma
🔉
ανεύρεση (η)
🔉
συνάντηση (η)
🔉
rastlanmak
🔉
βρίσκομαι
🔉
συναντιέμαι
🔉
απαντώμαι
🔉
rastlantı
🔉
σύμπτωση (η)
🔉
τυχαίο γεγονός (το)
🔉
rastlantısal
🔉
συμπτωματικός
🔉
τυχαίος
🔉
rastlantısallık
🔉
συμπτωματικότητα (η)
🔉
τυχαιότητα (η)
🔉
rastlaşabilme
🔉
δυνατότητα συνάντησης (η)
🔉
rastlaşabilmek
🔉
μπορώ να συναντηθώ
🔉
rastlaşma
🔉
συνάντηση (η)
🔉
rastlaşmak
🔉
συναντιέμαι
🔉
ανταμώνω
🔉
rastlatma
🔉
πρόκληση συνάντησης (η)
🔉
rastlatmak
🔉
φέρνω σε συνάντηση
🔉
κάνω να συναντηθούν
🔉
rastlayabilme
🔉
δυνατότητα ανεύρεσης (η)
🔉
δυνατότητα συνάντησης (η)
🔉
rastlayabilmek
🔉
μπορώ να συναντήσω
🔉
μπορώ να βρω
🔉
rastlayış
🔉
συνάντηση (η)
🔉
τυχαία εύρεση (η)
🔉
rastlayıverme
🔉
ξαφνική συνάντηση (η)
🔉
τυχαία ανεύρεση (η)
🔉
rastlayıvermek
🔉
συναντώ ξαφνικά
🔉
βρίσκω τυχαία
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱