Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
renk 🔉  

χρώμα (το) 🔉  
renk bilimi 🔉  

χρωματολογία (η) 🔉  
renk cümbüşü 🔉  

πανδαισία χρωμάτων (η) 🔉  
renk körlüğü 🔉  

αχρωματοψία (η) 🔉  
renk körü 🔉  

αχρωματοψικός (ο) 🔉  
αχρωματοψικός 🔉  
renk ölçme 🔉  

χρωματομέτρηση (η) 🔉  
renk yuvarı 🔉  

χρωματικός κύκλος (ο) 🔉  
renkçi 🔉  

χρωματιστής (ο) 🔉  
χρωματιστής (ο) 🔉  
renkçilik 🔉  

χρωματισμός (ο) 🔉  
renkgideren 🔉  

αποχρωματιστικό (το) 🔉  
renkleme 🔉  

χρωματισμός (ο) 🔉  
renklemek 🔉  

χρωματίζω 🔉  
renklendirebilme 🔉  

δυνατότητα χρωματισμού (η) 🔉  
renklendirebilmek 🔉  

δύναμαι να χρωματίσω 🔉  
renklendirici 🔉  

χρωστική ουσία (η) 🔉  
χρωματιστικός 🔉  
renklendirme 🔉  

χρωματισμός (ο) 🔉  
renklendirmek 🔉  

χρωματίζω 🔉  
renkleniverme 🔉  

αιφνίδιος χρωματισμός (ο) 🔉  
renklenivermek 🔉  

χρωματίζομαι απότομα 🔉  
renklenme 🔉  

χρωματισμός (ο) 🔉  
renklenmek 🔉  

χρωματίζομαι 🔉  
renkli 🔉  

έγχρωμος 🔉  
πολύχρωμος 🔉  
renkli basın 🔉  

έγχρωμος τύπος (ο) 🔉  
renkli devrim 🔉  

έγχρωμη επανάσταση (η) 🔉  
renkli film 🔉  

έγχρωμη ταινία (η) 🔉  
renkli işitme 🔉  

χρωματική ακοή (η) 🔉  
renkli televizyon 🔉  

έγχρωμη τηλεόραση (η) 🔉  
renklilik 🔉  

χρωματικότητα (η) 🔉  
renkölçer 🔉  

χρωματόμετρο (το) 🔉  
renksemez 🔉  

δεν ξεχωρίζει χρώματα 🔉  
renkser 🔉  

χρωματίζω 🔉  
δίνω χρώμα 🔉  
renksiz 🔉  

άχρωμος 🔉  
renksizlik 🔉  

αχρωμία (η) 🔉  
renktaş 🔉  

ομοχρώματος (ο) 🔉  
ομοχρώματος 🔉  
renktaşlık 🔉  

ομοχρωμία (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱