Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
ruhsat 🔉  

άδεια (η) 🔉  
ruhsatiye 🔉  

τέλος αδείας (το) 🔉  
ruhsatlandırma 🔉  

αδειοδότηση (η) 🔉  
ruhsatlandırmak 🔉  

αδειοδοτώ 🔉  
ruhsatlı 🔉  

αδειοδοτημένος 🔉  
ruhsatname 🔉  

άδεια (η) 🔉  
ruhsatsız 🔉  

χωρίς άδεια 🔉  
μη αδειοδοτημένος 🔉  
ruhsatsızlık 🔉  

έλλειψη άδειας (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱