Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
söz 🔉  

λέξη (η) 🔉  
λόγος (ο) 🔉  
υπόσχεση (η) 🔉  
söz başı 🔉  

αρχή λόγου (η) 🔉  
söz birliği 🔉  

ομοφωνία (η) 🔉  
συμφωνία (η) 🔉  
söz bölüğü 🔉  

φράση (η) 🔉  
συντακτικό σύνολο (το) 🔉  
söz bölükleri 🔉  

φράσεις (οι) 🔉  
συντακτικά σύνολα (τα) 🔉  
söz cambazı 🔉  

λογοπαίχτης (ο) 🔉  
ρητορικός ακροβάτης (ο) 🔉  
söz cambazlığı 🔉  

λογοπαιγνία (η) 🔉  
ρητορική ακροβασία (η) 🔉  
söz dağarcığı 🔉  

λεξιλόγιο (το) 🔉  
söz dalaşı 🔉  

λογομαχία (η) 🔉  
söz dizimi 🔉  

σύνταξη (η) 🔉  
söz dizimsel 🔉  

συντακτικός 🔉  
söz düellosu 🔉  

λεκτική μονομαχία (η) 🔉  
söz ebeliği 🔉  

λογοκοπία (η) 🔉  
söz ebesi 🔉  

λογοκόπος (ο) 🔉  
söz ehli 🔉  

ρήτορας (ο) 🔉  
άνθρωπος του λόγου (ο) 🔉  
söz gelimi 🔉  

λόγου χάρη 🔉  
söz gelişi 🔉  

έτσι για να πούμε 🔉  
παρεμπιπτόντως 🔉  
söz gösterisi 🔉  

ρητορική επίδειξη (η) 🔉  
söz hazinesi 🔉  

λεξιλόγιο (το) 🔉  
söz karışıklığı 🔉  

σύγχυση λόγου (η) 🔉  
λεκτική σύγχυση (η) 🔉  
söz kesimi 🔉  

διακοπή λόγου (η) 🔉  
söz konusu 🔉  

υπό συζήτηση 🔉  
εν λόγω 🔉  
söz meydanı 🔉  

βήμα (το) 🔉  
δημόσιο βήμα (το) 🔉  
söz misali 🔉  

λόγου χάρη 🔉  
söz rüşveti 🔉  

δωροδοκία με υποσχέσεις (η) 🔉  
söz sahibi 🔉  

έχων λόγο 🔉  
αρμόδιος 🔉  
söz sırası 🔉  

σειρά λόγου (η) 🔉  
söz temsili 🔉  

λεκτική αναπαράσταση (η) 🔉  
söz ustası 🔉  

δεξιοτέχνης του λόγου (ο) 🔉  
söz varlığı 🔉  

λεξιλόγιο (το) 🔉  
λεξιλογικός πλούτος (ο) 🔉  
söz yarışı 🔉  

διαγωνισμός ρητορικής (ο) 🔉  
söz yazarı 🔉  

στιχουργός (ο) 🔉  
söz yitimi 🔉  

απώλεια λόγου (η) 🔉  
söz zinciri 🔉  

αλυσίδα λέξεων (η) 🔉  
sözce 🔉  

ρήση (η) 🔉  
πρόταση (η) 🔉  
sözcü 🔉  

εκπρόσωπος (ο) 🔉  
εκπρόσωπος Τύπου (ο) 🔉  
sözcük 🔉  

λέξη (η) 🔉  
sözcük bilimci 🔉  

λεξικολόγος (ο) 🔉  
sözcük bilimi 🔉  

λεξικολογία (η) 🔉  
sözcük hazinesi 🔉  

λεξιλόγιο (το) 🔉  
sözcük türü 🔉  

μέρος του λόγου (το) 🔉  
sözcük vurgusu 🔉  

τονισμός λέξης (ο) 🔉  
sözcüklü 🔉  

με λέξεις 🔉  
λεκτικός 🔉  
sözcüksüz 🔉  

άλεκτος 🔉  
χωρίς λέξεις 🔉  
sözcülük 🔉  

εκπροσώπηση (η) 🔉  
εκπροσώπηση Τύπου (η) 🔉  
sözde 🔉  

δήθεν 🔉  
υποτιθέμενος 🔉  
sözde özne 🔉  

γραμματικό υποκείμενο (το) 🔉  
sözel 🔉  

λεκτικός 🔉  
προφορικός 🔉  
sözel öğrenme 🔉  

λεκτική μάθηση (η) 🔉  
sözgötürmez 🔉  

αναμφισβήτητος 🔉  
αδιαμφισβήτητος 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱