Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
sürü
🔉
αγέλη (η)
🔉
κοπάδι (το)
🔉
sürü sepet
🔉
πλήθος (το)
🔉
σωρός (ο)
🔉
sürü sürü
🔉
κατά κοπάδια
🔉
κατά ομάδες
🔉
Suruç
🔉
Σουρούτς (το)
🔉
sürücü
🔉
οδηγός (ο)
🔉
sürücü belgesi
🔉
άδεια οδήγησης (η)
🔉
sürücü kursu
🔉
σχολή οδηγών (η)
🔉
sürücül
🔉
οδηγικός
🔉
sürücülük
🔉
οδήγηση (η)
🔉
επάγγελμα οδηγού (το)
🔉
sürükleme
🔉
έλξη (η)
🔉
σύρσιμο (το)
🔉
sürüklemek
🔉
σέρνω
🔉
έλκω
🔉
sürüklendirme
🔉
έλξη (η)
🔉
σύρσιμο (το)
🔉
sürüklendirmek
🔉
σέρνω
🔉
έλκω
🔉
sürüklenebilme
🔉
δυνατότητα να συρθεί (η)
🔉
sürüklenebilmek
🔉
μπορώ να συρθώ
🔉
sürükleniş
🔉
σύρσιμο (το)
🔉
sürüklenme
🔉
σύρσιμο (το)
🔉
sürüklenmek
🔉
σύρομαι
🔉
sürükletme
🔉
πρόκληση συρσίματος (η)
🔉
sürükletmek
🔉
κάνω να σύρει
🔉
βάζω να σύρει
🔉
sürükleyebilme
🔉
δυνατότητα να σύρω (η)
🔉
sürükleyebilmek
🔉
μπορώ να σύρω
🔉
sürükleyici
🔉
ελκυστικός
🔉
παρασυρτικός
🔉
sürükleyicilik
🔉
ελκυστικότητα (η)
🔉
παρασυρτικότητα (η)
🔉
sürükleyiş
🔉
σύρσιμο (το)
🔉
sürülme
🔉
άλειμμα (το)
🔉
οδήγηση (η)
🔉
καλλιέργεια (η)
🔉
sürülmek
🔉
αλείφομαι
🔉
οδηγούμαι
🔉
οργώνομαι
🔉
sürülüş
🔉
άλειμμα (το)
🔉
οδήγηση (η)
🔉
sürüm
🔉
διάθεση (η)
🔉
πώληση (η)
🔉
όργωμα (το)
🔉
sürüm sürüm
🔉
σέρνοντας
🔉
έρποντας
🔉
sürüme
🔉
όργωμα (το)
🔉
sürümek
🔉
οργώνω
🔉
sürümlü
🔉
με καλή διάθεση/πώληση
🔉
ευπώλητος
🔉
sürümlülük
🔉
ευπωλησία (η)
🔉
sürümsüz
🔉
δυσπώλητος
🔉
sürümsüzlük
🔉
δυσπωλησία (η)
🔉
sürünceme
🔉
καθυστέρηση (η)
🔉
κωλυσιεργία (η)
🔉
süründürme
🔉
ταλαιπώρηση (η)
🔉
σύρσιμο (το)
🔉
süründürmek
🔉
ταλαιπωρώ
🔉
σέρνω
🔉
süründürülme
🔉
ταλαιπώρηση (η)
🔉
süründürülmek
🔉
ταλαιπωρούμαι
🔉
σύρομαι
🔉
sürüngen
🔉
ερπετό (το)
🔉
sürüngenler
🔉
ερπετά (τα)
🔉
sürüngenlik
🔉
ερπετικότητα (η)
🔉
sürünme
🔉
έρπειν (το)
🔉
σύρσιμο (το)
🔉
sürünmek
🔉
έρπω
🔉
σέρνομαι
🔉
sürünüş
🔉
έρπειν (το)
🔉
σύρσιμο (το)
🔉
şurup
🔉
σιρόπι (το)
🔉
sürur
🔉
χαρά (η)
🔉
ευφροσύνη (η)
🔉
sürüş
🔉
οδήγηση (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱