Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
sürme 🔉  

άλειμμα (το) 🔉  
κολύριο (το) 🔉  
sürme iskele 🔉  

συρόμενη σκαλωσιά (η) 🔉  
sürme mantarıgiller 🔉  

οικογένεια μανιταριών «σούρμε» (η) 🔉  
sürme mantarları 🔉  

μανιτάρια «σούρμε» (τα) 🔉  
sürmedan 🔉  

θήκη κολυρίου (η) 🔉  
sürmek 🔉  

αλείφω 🔉  
οδηγώ 🔉  
καλλιεργώ (γη) 🔉  
διαρκώ 🔉  
sürmeleme 🔉  

άλειμμα (το) 🔉  
sürmelemek 🔉  

αλείφω 🔉  
sürmelenme 🔉  

άλειμμα (το) 🔉  
sürmelenmek 🔉  

αλείφομαι 🔉  
sürmeli 🔉  

με κολύριο 🔉  
βαμμένος στα μάτια 🔉  
sürmelik 🔉  

κολύριο (το) 🔉  
sürmenaj 🔉  

υπερκόπωση (η) 🔉  
Sürmene 🔉  

Σουρμένη (η) 🔉  
sürmesiz 🔉  

χωρίς κολύριο 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱