Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
sınır
🔉
σύνορο (το)
🔉
όριο (το)
🔉
sınır açı
🔉
οριακή γωνία (η)
🔉
sınır boyu
🔉
μεθόριος (η)
🔉
παραμεθόριος ζώνη (η)
🔉
sınır dışı
🔉
εκτός συνόρων
🔉
απέλαση (η)
🔉
sınır kapısı
🔉
συνοριακό πέρασμα (το)
🔉
μεθοριακός σταθμός (ο)
🔉
sınır karakolu
🔉
μεθοριακό φυλάκιο (το)
🔉
sınır taşı
🔉
ορόσημο (το)
🔉
συνοριακή πέτρα (η)
🔉
sınıraşan
🔉
διασυνοριακός
🔉
υπερβατικός των συνόρων
🔉
sınırdaş
🔉
συνορεύων
🔉
όμορος
🔉
sınırdaşlık
🔉
ομορία (η)
🔉
συνοριακή γειτνίαση (η)
🔉
sınırlama
🔉
περιορισμός (ο)
🔉
sınırlamak
🔉
περιορίζω
🔉
sınırlandırma
🔉
περιορισμός (ο)
🔉
sınırlandırmak
🔉
περιορίζω
🔉
sınırlanış
🔉
περιορισμός (ο)
🔉
sınırlanma
🔉
περιορισμός (ο)
🔉
sınırlanmak
🔉
περιορίζομαι
🔉
sınırlayış
🔉
περιορισμός (ο)
🔉
sınırlı
🔉
περιορισμένος
🔉
sınırlı doğru
🔉
ευθύγραμμο τμήμα (το)
🔉
sınırlı ortaklık
🔉
ετερόρρυθμη εταιρεία (η)
🔉
sınırlı sayı
🔉
πεπερασμένος αριθμός (ο)
🔉
sınırlı sorumluluk
🔉
περιορισμένη ευθύνη (η)
🔉
sınırlılık
🔉
περιοριστικότητα (η)
🔉
περιορισμός (ο)
🔉
sınırsız
🔉
απεριόριστος
🔉
sınırsız doğru
🔉
ευθεία (η)
🔉
sınırsız sayı
🔉
άπειρος αριθμός (ο)
🔉
sınırsız sorumluluk
🔉
απεριόριστη ευθύνη (η)
🔉
sınırsız yetki
🔉
απεριόριστη εξουσία (η)
🔉
sınırsızca
🔉
απεριόριστα
🔉
sınırsızlık
🔉
απεριοριστία (η)
🔉
απεριόριστο (το)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱