Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
sağlık 🔉  

υγεία (η) 🔉  
sağlık bilgisi 🔉  

αγωγή υγείας (η) 🔉  
sağlık bilimi 🔉  

επιστήμη υγείας (η) 🔉  
sağlık bilimleri 🔉  

επιστήμες υγείας (οι) 🔉  
sağlık görevlisi 🔉  

υγειονομικός υπάλληλος (ο) 🔉  
sağlık havuzu 🔉  

δεξαμενή υγείας (η) 🔉  
sağlık hizmeti 🔉  

υπηρεσία υγείας (η) 🔉  
sağlık karnesi 🔉  

βιβλιάριο υγείας (το) 🔉  
sağlık kontrolü 🔉  

ιατρικός έλεγχος (ο) 🔉  
sağlık kurulu 🔉  

υγειονομική επιτροπή (η) 🔉  
sağlık memuru 🔉  

υγειονομικός υπάλληλος (ο) 🔉  
sağlık merkezi 🔉  

κέντρο υγείας (το) 🔉  
sağlık muayenesi 🔉  

ιατρική εξέταση (η) 🔉  
sağlık ocağı 🔉  

κέντρο υγείας (το) 🔉  
sağlık raporu 🔉  

ιατρική γνωμάτευση (η) 🔉  
πιστοποιητικό υγείας (το) 🔉  
sağlık sigortası 🔉  

ασφάλιση υγείας (η) 🔉  
sağlık taraması 🔉  

προληπτικός έλεγχος (ο) 🔉  
διαλογή υγείας (η) 🔉  
sağlık yurdu 🔉  

σανατόριο (το) 🔉  
ίδρυμα υγείας (το) 🔉  
sağlıkçı 🔉  

υγειονομικός (ο) 🔉  
sağlıkevi 🔉  

κέντρο υγείας (το) 🔉  
sağlıklama 🔉  

υγειονομική φροντίδα (η) 🔉  
sağlıklı 🔉  

υγιής 🔉  
sağlıklı yaşam 🔉  

υγιεινή ζωή (η) 🔉  
sağlıklılık 🔉  

υγεία (η) 🔉  
υγιεινότητα (η) 🔉  
sağlıksal 🔉  

υγειονομικός 🔉  
σχετικός με την υγεία 🔉  
sağlıksız 🔉  

ανθυγιεινός 🔉  
άρρωστος 🔉  
sağlıksızlık 🔉  

ανθυγιεινότητα (η) 🔉  
κακή υγεία (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱