Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
sağlam 🔉  

γερός 🔉  
σταθερός 🔉  
ανθεκτικός 🔉  
ακέραιος 🔉  
υγιής 🔉  
sağlam para 🔉  

σκληρό νόμισμα (το) 🔉  
sağlama 🔉  

εξασφάλιση (η) 🔉  
στερέωση (η) 🔉  
sağlamak 🔉  

εξασφαλίζω 🔉  
παρέχω 🔉  
επιτυγχάνω 🔉  
διασφαλίζω 🔉  
sağlamca 🔉  

γερά 🔉  
σταθερά 🔉  
sağlamcı 🔉  

οπαδός του σταθερού (ο) 🔉  
sağlamcılık 🔉  

δογματισμός (ο) 🔉  
πραγματισμός (ο) 🔉  
sağlamlama 🔉  

στερέωση (η) 🔉  
ενίσχυση (η) 🔉  
sağlamlamak 🔉  

στερεώνω 🔉  
ενισχύω 🔉  
sağlamlaşma 🔉  

σταθεροποίηση (η) 🔉  
ενδυνάμωση (η) 🔉  
sağlamlaşmak 🔉  

σταθεροποιούμαι 🔉  
δυναμώνω 🔉  
sağlamlaştırılma 🔉  

σταθεροποίηση (η) 🔉  
ενίσχυση (η) 🔉  
sağlamlaştırılmak 🔉  

σταθεροποιούμαι 🔉  
ενισχύομαι 🔉  
sağlamlaştırma 🔉  

σταθεροποίηση (η) 🔉  
ενίσχυση (η) 🔉  
sağlamlaştırmak 🔉  

σταθεροποιώ 🔉  
ενισχύω 🔉  
sağlamlık 🔉  

σταθερότητα (η) 🔉  
ανθεκτικότητα (η) 🔉  
υγεία (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱