Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
sakal 🔉  

γένι (το) 🔉  
πώγων (ο) 🔉  
sakal fırçası 🔉  

βούρτσα γενειάδας (η) 🔉  
şakalaşabilme 🔉  

δυνατότητα αστειευμού (η) 🔉  
şakalaşabilmek 🔉  

μπορώ να αστειευτώ 🔉  
şakalaşma 🔉  

αστειευμός (ο) 🔉  
şakalaşmak 🔉  

αστειεύομαι 🔉  
şakalı 🔉  

αστείος 🔉  
με αστεία 🔉  
sakalı 🔉  

γενειοφόρος (ο) 🔉  
sakalık 🔉  

γενειάδα (η) 🔉  
πώγων (ο) 🔉  
sakallanma 🔉  

γένωμα (το) 🔉  
γενειοφορία (η) 🔉  
sakallanmak 🔉  

βγάζω γένια 🔉  
γενειοφορώ 🔉  
sakallı 🔉  

γενειοφόρος 🔉  
sakallı kartal 🔉  

γυπαετός (ο) 🔉  
sakallılık 🔉  

γενειοφορία (η) 🔉  
sakalsız 🔉  

αγένειος 🔉  
ξυρισμένος 🔉  
sakalsızlık 🔉  

αγενειότητα (η) 🔉  
ξυρισιμότητα (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱