Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
sakat 🔉  

ανάπηρος 🔉  
χωλός 🔉  
ελαττωματικός 🔉  
sakatat 🔉  

εντόσθια (τα) 🔉  
σπλάχνα (τα) 🔉  
sakatatçı 🔉  

εντοσθιοπώλης (ο) 🔉  
sakatatçılık 🔉  

εντοσθιοπωλία (η) 🔉  
sakatçı 🔉  

αναπηροποιός (ο) 🔉  
sakatlama 🔉  

αναπηροποίηση (η) 🔉  
ακρωτηριασμός (ο) 🔉  
sakatlamak 🔉  

αναπηροποιώ 🔉  
ακρωτηριάζω 🔉  
sakatlanış 🔉  

τραυματισμός (ο) 🔉  
αναπηροποίηση (η) 🔉  
sakatlanma 🔉  

τραυματισμός (ο) 🔉  
αναπηρία (η) 🔉  
sakatlanmak 🔉  

τραυματίζομαι 🔉  
μένω ανάπηρος 🔉  
sakatlık 🔉  

αναπηρία (η) 🔉  
χωλότητα (η) 🔉  
ελάττωμα (το) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱