Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
saman
🔉
άχυρο (το)
🔉
şaman
🔉
σαμάνος (ο)
🔉
Şaman
🔉
Σαμάνος (ο)
🔉
saman alevi
🔉
φλόγα άχυρου (η)
🔉
πρόσκαιρος ενθουσιασμός (ο)
🔉
saman kâğıdı
🔉
χαρτί άχυρου (το)
🔉
saman nezlesi
🔉
αλλεργική ρινίτιδα (η)
🔉
πυρετός εκ χόρτου (ο)
🔉
saman rengi
🔉
χρώμα άχυρου (το)
🔉
saman sarısı
🔉
αχυροκίτρινος
🔉
Samandağ
🔉
Σαμαντάγ (το)
🔉
şamandıra
🔉
σημαδούρα (η)
🔉
şamandıralama
🔉
σημαδούρωση (η)
🔉
şamandıralamak
🔉
σημαδουρώνω
🔉
samani
🔉
αχυρένιος
🔉
στο χρώμα του άχυρου
🔉
Şamani
🔉
σαμανικός
🔉
Şamanist
🔉
σαμανιστής (ο)
🔉
Şamanizm
🔉
σαμανισμός (ο)
🔉
samankapan
🔉
αχυραποθήκη (η)
🔉
samanlı
🔉
με άχυρο
🔉
αχυρένιος
🔉
Şamanlı
🔉
σαμανικός
🔉
με σαμάνους
🔉
samanlı gübre
🔉
κοπριά με άχυρο (η)
🔉
samanlı kerpiç
🔉
πλιθί με άχυρο (το)
🔉
samanlık
🔉
αχυρώνας (ο)
🔉
Şamanlık
🔉
σαμανισμός (ο)
🔉
σαμανική ιδιότητα (η)
🔉
Samanuğrusu
🔉
Σαμανουγρούσου (ο)
🔉
Samanyolu
🔉
Γαλαξίας (ο)
🔉
Γαλακτόδρομος (ο)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱