Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
sandık
🔉
μπαούλο (το)
🔉
κιβώτιο (το)
🔉
κάλπη (η)
🔉
sandık balığı
🔉
ψάρι-κουτί (το)
🔉
sandık balığıgiller
🔉
οστρακόμορφα (τα)
🔉
sandık başkanı
🔉
πρόεδρος εφορευτικής επιτροπής (ο/η)
🔉
sandık çevresi
🔉
χώρος της κάλπης (ο)
🔉
sandık emini
🔉
ταμίας (ο)
🔉
sandık eşyası
🔉
προικιά (τα)
🔉
πράγματα μπαούλου (τα)
🔉
sandık gözlemciliği
🔉
παρατήρηση εκλογικής διαδικασίας (η)
🔉
sandık gözlemcisi
🔉
παρατηρητής κάλπης (ο/η)
🔉
sandık kurulu
🔉
εφορευτική επιτροπή (η)
🔉
sandık lekesi
🔉
λεκές από μπαούλο (ο)
🔉
sandık müşahidi
🔉
μάρτυρας κάλπης (ο/η)
🔉
sandık odası
🔉
θησαυροφυλάκιο (το)
🔉
αποθήκη μπαούλων (η)
🔉
sandık sepet
🔉
μπαούλα και καλάθια (τα)
🔉
sandıkçı
🔉
μπαουλάς (ο)
🔉
κατασκευαστής μπαούλων (ο)
🔉
sandıkçılık
🔉
κατασκευή μπαούλων (η)
🔉
sandıklama
🔉
τοποθέτηση σε μπαούλο (η)
🔉
εγκιβωτισμός (ο)
🔉
sandıklamak
🔉
βάζω σε μπαούλο
🔉
εγκιβωτίζω
🔉
sandıklanma
🔉
τοποθέτηση σε μπαούλο (η)
🔉
εγκιβωτισμός (ο)
🔉
sandıklanmak
🔉
μπαίνω σε μπαούλο
🔉
εγκιβωτίζομαι
🔉
sandıklı
🔉
με μπαούλο
🔉
με κάλπη
🔉
Sandıklı
🔉
Σαντικλί (το)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱