Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
sandal 🔉  

βάρκα (η) 🔉  
λέμβος (η) 🔉  
sandal ağacı 🔉  

σανδαλόξυλο (το) 🔉  
sandalcı 🔉  

βαρκάρης (ο) 🔉  
sandalcılık 🔉  

βαρκάρηδες (οι) 🔉  
βαρκάρισμα (το) 🔉  
sandalet 🔉  

σανδάλι (το) 🔉  
sandalgiller 🔉  

σανδαλοειδή (τα) 🔉  
sandalye 🔉  

καρέκλα (η) 🔉  
sandalye kavgası 🔉  

καβγάς για καρέκλα (ο) 🔉  
διαμάχη για θέση (η) 🔉  
sandalyeci 🔉  

καρεκλάς (ο) 🔉  
sandalyecilik 🔉  

καρεκλάδικη (η) 🔉  
κατασκευή καρεκλών (η) 🔉  
sandalyeli 🔉  

με καρέκλες 🔉  
sandalyelik 🔉  

για καρέκλα 🔉  
κατάλληλος για καρέκλα 🔉  
sandalyesiz 🔉  

χωρίς καρέκλα 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱