Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
sansür 🔉  

λογοκρισία (η) 🔉  
sansürcü 🔉  

λογοκριτής (ο) 🔉  
sansürcülük 🔉  

λογοκρισία (η) 🔉  
λογοκριτική (η) 🔉  
sansürleme 🔉  

λογοκρισία (η) 🔉  
sansürlemek 🔉  

λογοκρίνω 🔉  
sansürlenme 🔉  

λογοκρισία (η) 🔉  
sansürlenmek 🔉  

λογοκρίνομαι 🔉  
sansürleyebilme 🔉  

δυνατότητα λογοκρισίας (η) 🔉  
sansürleyebilmek 🔉  

μπορώ να λογοκρίνω 🔉  
sansürlü 🔉  

λογοκριμένος 🔉  
sansürsüz 🔉  

αλογόκριτος 🔉  
sansürsüzlük 🔉  

απουσία λογοκρισίας (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱