Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
sara 🔉  

επιληψία (η) 🔉  
şarabi 🔉  

οινοπνευματώδης 🔉  
οινώδης 🔉  
sarabilme 🔉  

δυνατότητα περιτύλιξης (η) 🔉  
δυνατότητα τυλίγματος (η) 🔉  
sarabilmek 🔉  

δύναμαι να περιτυλίξω 🔉  
δύναμαι να τυλίξω 🔉  
saraç 🔉  

σαγματοποιός (ο) 🔉  
saraçhane 🔉  

σαγματοποιείο (το) 🔉  
saraciye 🔉  

σαγματοποιία (η) 🔉  
σαγματοποιικά είδη (τα) 🔉  
saraçlık 🔉  

σαγματοποιία (η) 🔉  
sarahat 🔉  

σαφήνεια (η) 🔉  
ευκρίνεια (η) 🔉  
sarahaten 🔉  

σαφώς 🔉  
ευκρινώς 🔉  
sarak 🔉  

κρεμαστός 🔉  
κρεμάμενος 🔉  
saraka 🔉  

κρεμαστός 🔉  
κρεμάμενος 🔉  
sarakacı 🔉  

κρεμαστής (ο) 🔉  
saralı 🔉  

επιληπτικός 🔉  
şarampol 🔉  

χαντάκι (το) 🔉  
τάφρος (η) 🔉  
şarap 🔉  

κρασί (το) 🔉  
şarap bardağı 🔉  

ποτήρι κρασιού (το) 🔉  
şarap çanağı 🔉  

κύλικα (η) 🔉  
ποτήρι κρασιού (το) 🔉  
şarap fıçısı 🔉  

βαρέλι κρασιού (το) 🔉  
şarap rengi 🔉  

χρώμα κρασιού (το) 🔉  
μπορντό (το) 🔉  
şarapçı 🔉  

οινοπότης (ο) 🔉  
πότης (ο) 🔉  
şarapçılık 🔉  

οινοποσία (η) 🔉  
οινοποτική συνήθεια (η) 🔉  
şaraphane 🔉  

οινοποιείο (το) 🔉  
κελάρι (το) 🔉  
şarapnel 🔉  

θραύσμα (το) 🔉  
σκάγια (τα) 🔉  
sararış 🔉  

κιτρίνισμα (το) 🔉  
sararma 🔉  

κιτρίνισμα (το) 🔉  
sararmak 🔉  

κιτρινίζω 🔉  
sarartı 🔉  

κιτρινίλα (η) 🔉  
sarartış 🔉  

κιτρίνισμα (το) 🔉  
sarartma 🔉  

κιτρίνισμα (το) 🔉  
sarartmak 🔉  

κιτρινίζω 🔉  
sarat 🔉  

σάρατ (το) 🔉  
saray 🔉  

παλάτι (το) 🔉  
Saray 🔉  

Σαράι (το) 🔉  
saray çiçeği 🔉  

βασιλικό γεράνι (το) 🔉  
saray konut 🔉  

παλατιανή κατοικία (η) 🔉  
ανάκτορο (το) 🔉  
saray lokması 🔉  

λουκουμάς παλατιού (ο) 🔉  
saray menekşesi 🔉  

παλατιανή βιολέτα (η) 🔉  
Saraydüzü 🔉  

Σαραϊντουζού (το) 🔉  
Saraykent 🔉  

Σαραϊκέντ (το) 🔉  
Sarayköy 🔉  

Σαραϊκιόι (το) 🔉  
saraylı 🔉  

αυλικός (ο) 🔉  
παλατιανός (ο) 🔉  
Sarayönü 🔉  

Σαραϊονιού (το) 🔉  
saraypatı 🔉  

παλατιανό πατάκι (το) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱