Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
sarma
🔉
ντολμάς (ο)
🔉
περιτύλιγμα (το)
🔉
τύλιγμα (το)
🔉
sarma kafiye
🔉
πλεχτή ομοιοκαταληξία (η)
🔉
sarmaç
🔉
περιτυλιχτής (ο)
🔉
sarmak
🔉
τυλίγω
🔉
περιτυλίγω
🔉
αγκαλιάζω
🔉
sarmal
🔉
σπειροειδής
🔉
έλικα (η)
🔉
sarmal metot
🔉
σπειροειδής μέθοδος (η)
🔉
sarmal yöntem
🔉
σπειροειδής μέθοδος (η)
🔉
sarmalama
🔉
περιτύλιξη (η)
🔉
τύλιγμα (το)
🔉
sarmalamak
🔉
περιτυλίγω
🔉
τυλίγω
🔉
sarmalanış
🔉
περιτύλιξη (η)
🔉
τύλιγμα (το)
🔉
sarmalanma
🔉
περιτύλιξη (η)
🔉
τύλιγμα (το)
🔉
sarmalanmak
🔉
περιτυλίγομαι
🔉
τυλίγομαι
🔉
sarmalayış
🔉
περιτύλιξη (η)
🔉
τύλιγμα (το)
🔉
sarmallık
🔉
σπειροειδότητα (η)
🔉
sarman
🔉
κιτρινωπός
🔉
ξανθωπός
🔉
sarmaş dolaş
🔉
αγκαλιασμένοι
🔉
μπλεγμένοι
🔉
sarmaşan
🔉
αναρριχώμενος
🔉
sarmaşık
🔉
κισσός (ο)
🔉
sarmaşıkgiller
🔉
κισσοειδή (τα)
🔉
sarmaşıklı
🔉
με κισσό
🔉
sarmaşıksız
🔉
χωρίς κισσό
🔉
sarmaşma
🔉
μπλέξιμο (το)
🔉
αγκάλιασμα (το)
🔉
sarmaşmak
🔉
μπλέκομαι
🔉
αγκαλιάζομαι
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱