Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
sayı 🔉  

αριθμός (ο) 🔉  
ποσότητα (η) 🔉  
sayı boncuğu 🔉  

χάντρα αρίθμησης (η) 🔉  
sayı farkı 🔉  

διαφορά αριθμών (η) 🔉  
sayı göstergesi 🔉  

δείκτης αριθμού (ο) 🔉  
αριθμητική ένδειξη (η) 🔉  
sayı levhası 🔉  

πινακίδα αριθμού (η) 🔉  
sayı sıfatı 🔉  

αριθμητικό επίθετο (το) 🔉  
sayıca 🔉  

αριθμητικά 🔉  
ως προς τον αριθμό 🔉  
sayıcı 🔉  

μετρητής (ο) 🔉  
απαριθμητής (ο) 🔉  
sayıcılık 🔉  

μετρητική (η) 🔉  
sayıklama 🔉  

παραλήρημα (το) 🔉  
sayıklamak 🔉  

παραληρώ 🔉  
sayıklayış 🔉  

παραλήρημα (το) 🔉  
sayılabilme 🔉  

δυνατότητα να θεωρηθεί (η) 🔉  
δυνατότητα να λογιστεί (η) 🔉  
sayılabilmek 🔉  

μπορώ να θεωρηθώ 🔉  
μπορώ να λογιστώ 🔉  
sayılama 🔉  

απαρίθμηση (η) 🔉  
καταμέτρηση (η) 🔉  
sayılamak 🔉  

απαριθμώ 🔉  
καταμετρώ 🔉  
sayılı 🔉  

αριθμημένος 🔉  
ορισμένος 🔉  
μετρημένος 🔉  
sayılı fırtına 🔉  

σφοδρή θύελλα (η) 🔉  
sayılış 🔉  

απαρίθμηση (η) 🔉  
καταμέτρηση (η) 🔉  
sayılma 🔉  

θεώρηση (η) 🔉  
λογισμός (ο) 🔉  
sayılmak 🔉  

θεωρούμαι 🔉  
λογίζομαι 🔉  
sayıltı 🔉  

υπόθεση (η) 🔉  
αξίωμα (το) 🔉  
sayım 🔉  

απογραφή (η) 🔉  
καταμέτρηση (η) 🔉  
sayım bilimi 🔉  

στατιστική (η) 🔉  
sayım vergisi 🔉  

φόρος απογραφής (ο) 🔉  
sayımlama 🔉  

απογραφή (η) 🔉  
καταμέτρηση (η) 🔉  
sayımlamacı 🔉  

απογραφέας (ο) 🔉  
στατιστικολόγος (ο) 🔉  
sayımlamak 🔉  

απογράφω 🔉  
καταμετρώ 🔉  
sayımlamalı 🔉  

με απογραφή 🔉  
απογραφικός 🔉  
sayımlı 🔉  

απογεγραμμένος 🔉  
καταμετρημένος 🔉  
sayımsal 🔉  

αριθμητικός 🔉  
ποσοτικός 🔉  
sayımsız 🔉  

αμέτρητος 🔉  
αναρίθμητος 🔉  
sayın 🔉  

αξιότιμος 🔉  
κύριος 🔉  
κυρία 🔉  
sayış 🔉  

μέτρηση (η) 🔉  
απαρίθμηση (η) 🔉  
sayısal 🔉  

ψηφιακός 🔉  
αριθμητικός 🔉  
sayısal loto 🔉  

αριθμολόττο (το) 🔉  
sayısallık 🔉  

ψηφιακότητα (η) 🔉  
αριθμητικότητα (η) 🔉  
sayısız 🔉  

αμέτρητος 🔉  
αναρίθμητος 🔉  
sayısızlık 🔉  

απειρία (η) 🔉  
αναρίθμητο πλήθος (το) 🔉  
sayışma 🔉  

αλληλομέτρηση (η) 🔉  
sayışmak 🔉  

μετριόμαστε 🔉  
απαριθμούμαστε αμοιβαία 🔉  
sayıverme 🔉  

γρήγορη απαρίθμηση (η) 🔉  
sayıvermek 🔉  

απαριθμώ γρήγορα 🔉  
μετρώ αμέσως 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱