Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
semer
🔉
σαμάρι (το)
🔉
semerci
🔉
σαμαράς (ο)
🔉
semercilik
🔉
σαμαρική (η)
🔉
επάγγελμα του σαμαρά (το)
🔉
semere
🔉
καρπός (ο)
🔉
ωφέλεια (η)
🔉
αποτέλεσμα (το)
🔉
semereli
🔉
καρποφόρος
🔉
ωφέλιμος
🔉
semeresiz
🔉
άκαρπος
🔉
ανώφελος
🔉
semerleme
🔉
σαμαρώσιμο (το)
🔉
σαμάρωμα (το)
🔉
semerlemek
🔉
σαμαρώνω
🔉
semerlenme
🔉
σαμαρώσιμο (το)
🔉
σαμάρωμα (το)
🔉
semerlenmek
🔉
σαμαρώνομαι
🔉
semerletme
🔉
σαμάρωμα (το)
🔉
semerletmek
🔉
σαμαρώνω
🔉
semerli
🔉
με σαμάρι
🔉
semersiz
🔉
χωρίς σαμάρι
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱