Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
sendikal
🔉
συνδικαλιστικός
🔉
sendikalaşma
🔉
συνδικαλιστικοποίηση (η)
🔉
οργάνωση σε συνδικάτο (η)
🔉
sendikalaşmak
🔉
συνδικαλιστικοποιούμαι
🔉
οργανώνομαι σε συνδικάτο
🔉
sendikalaştırma
🔉
συνδικαλιστικοποίηση (η)
🔉
οργάνωση σε συνδικάτο (η)
🔉
sendikalaştırmak
🔉
συνδικαλιστικοποιώ
🔉
οργανώνω σε συνδικάτο
🔉
sendikalist
🔉
συνδικαλιστής (ο)
🔉
sendikalizm
🔉
συνδικαλισμός (ο)
🔉
sendikalı
🔉
συνδικαλισμένος
🔉
μέλος συνδικάτου
🔉
sendikalılık
🔉
συνδικαλιστική ιδιότητα (η)
🔉
ιδιότητα μέλους συνδικάτου (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱